Τί χρώμα είναι τί

By George, December 29, 2014

Άνοιξα τα μάτια μου, και είχες ήδη φύγει. Είχες εξαφανιστεί, με το γλυκερό σου άρωμα να ποτίζει ακόμη το μαξιλάρι σου. Μερικές μακριές καστανόξανθες τρίχες σου χρυσαφίζουν νωχελικά στον πρωινό ήλιο. Είναι ό,τι απέμεινε από τα ανακατεμένα σου μαλλιά που, όταν στεκόσουν κόντρα στον ήλιο, δημιουργούσαν στο κεφάλι σου διαβολικά φωτοστέφανα. Αλλά δεν με πειράζει, όχι δε με πειράζει που έφυγες. Ποτέ δε ζούσα για το χθες, ένιωθα πάντα σαν ένα λεπτό, ίσιο βέλος που περνούσε με ιλιγγιώδη ταχύτητα ανάμεσα στις διάφορες πραγματικότητες των ανθρώπων, χωρίς ποτέ να καρφώνεται πουθενά.

Για πρώτη φορά όμως με σένα, είδα πως είναι να μην υπάρχει μυστήριο, είδα την ομορφιά της απλότητας, της λιτότητας και της συμμετρίας, άκουσα τον ενθαρρυντικό ήχο των απλών, αρραγών αρμονιών. Και χάθηκα. Η φιλοσοφία μου περί κινούμενου βέλους τσαλακώθηκε και εκτοξεύτηκε με νομοτελειακή ακρίβεια στον κάλαθο των αχρήστων.
Μπερδεύτηκα, μπερδεύτηκα από τον ψιθυρό σου, φλοίσβο καλοκαιρινών κυμάτων πάνω σε όμορφες, απλές στιγμές. Δεν υπήρχαν πια έξυπνα, δύσκολα λόγια. Αυτά δεν με πήγαν πουθενά. Χάθηκα στους ιριδισμούς των ιρίδων σου, στα μάτια που θα ορκιζόμουν πως κάποτε είδαν και παγίδευσαν μια και μοναδική εκτυφλωτική λάμψη όλων των χρωμάτων του ουράνιου τόξου, σε μια μικρή, ανύποπτη στιγμή, όπως όταν κάποιος ανοίγει μια γυάλινη πόρτα βιτρίνας και οι χρυσές ακτίνες του ήλιου αναλύονται, για ένα χιλιοστό του δεύτερολέπτου, και αναδεικνύουν φευγαλέα το πανέμορφο φάσμα του ορατού φωτός, προβάλλοντάς το πάνω σε κάτι που δεν είναι έτοιμο να δεχθεί τόση ομορφιά. Η αγάπη ήταν πλέον κάτι τόσο απλό, τόσο εύκολο και αβίαστο.

Όσο εύκολα εμφανίστηκες, τόσο εύκολα εξαφανίστηκες, και οι καλοκαιρινές νύχτες έγιναν κρύες. Οι πολύχρωμες τέντες του πλανόδιου καρναβαλιού μαζεύτηκαν, κουβαριάστηκαν μέσα σε βρώμικα καραβόπανα και φορτώθηκαν στο φορτηγό, μαζί με κάθε άλλο περίεργο κατασκεύασμα σχεδιασμένο για να προκαλεί την ευφορία στους μεγάλους και το γέλιο στα μικρά παιδιά. Ο ήλιος έδυσε μέσα σε μια γκρίζα, υποκίτρινη ατμόσφαιρα και τα φώτα κάπως πεθάναν, μαζεύτηκαν και αυτά, μαράθηκαν και σταμάτησαν πια να ζεσταίνουν και να φωτίζουν, σα να ντρέπονται να αγγίξουν πλέον κάτι που η ίδια του η μοίρα το έχει ξεχάσει, σα να φοβούνται να ρίξουν τις ακτίνες τους πάνω στο μικρό πλάσμα που, τυλιγμένο σε μερικές γαριασμένες κουβέρτες, κλαίει αβοήθητο στην άκρη ενός πεζοδρομίου.
Η νύχτα ήρθε, και δεν έχει πια σημασία τί χρώμα είναι τί.

One Comment

  1. tina says:

    Έχω καιρό να διαβάσω κάτι τόσο ωραίο. Σε ευχαριστώ.

What do you think?

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.