Τα βράδια που έρχονται

By elena, April 13, 2015

Και ήρθαν μέρες, που θα ήθελα να ήταν νύχτες, για να σε έχω δίπλα μου. Και ήρθαν νύχτες, που θα ήθελα να ήταν μέρες, για να βλέπω το φώς να χορεύει στα μάτια σου. Και  ήρθαν όνειρα, ιδέες, σχέδια, και έτσι όπως ήρθαν, έτσι έφυγαν, γιατί τίποτα δεν είχε σημασία αν δεν τα κάναμε μαζί. Το σκοτάδι του χειμώνα ήταν παρελθόν και κάθε μέρα που ξημέρωνε κατάφερνε να κλέψει ένα λεπτό από τη νύχτα – η νίκη της άνοιξης ήταν πλέον εμφανής και όλη η πλάση πανηγύριζε γι’ αυτή. Το κρασί από βαθύ, ζεστό κόκκινο γινόταν διαφανές, δροσερό λευκό, αλλά ούτε αυτό είχε σημασία, γιατί τα χείλη μου άγγιζαν το ποτήρι πάντα με την ίδια λαχτάρα. Συννεφιασμένες μέρες ήρθαν και πέρασαν και η νύχτα απέκτησε πια τη δική της μαγεία, με όλα τα αστέρια της να καθρεφτίζονται στη θάλασσα, καταφέρνοντας έτσι να μειώσει όλα τα πράγματα που χρειαζόμουν σε μόνο δύο, το ανοιξιάτικο αεράκι και το κράτημα του χεριού σου. Άθελά μου γινόμουν παράφορα ρομαντική, όμως δεν έφταιγα εγώ – έβλεπα παντού την φύση να ανθίζει και κάπως έτσι άνθιζα και εγώ μαζί της. Οι μέρες που δεν σε είχα εδώ περνούσαν χωρίς να μου αφήνουν σημάδι, οι μέρες, όμως, που ήσουν εδώ με γέμιζαν ζωή. Απολαμβάνοντας κάθε δευτερόλεπτο δίπλα σου, ένιωθα το χρόνο να σταματάει – δεν μεγάλωνα, δεν θυμόμουν, αλλά κυρίως δεν φοβόμουν. Ανέκαθεν θεωρούσα αδυναμία το να εκφράζεις τα συναισθήματά σου, να όμως που τώρα, αφού σου είπα πόσο σε αγαπάω ένιωθα πιο γεμάτη από ποτέ. Και ας με επηρέαζε κάθε σου φράση, κάθε σου πράξη, ακόμα και η πιο μικρή – ξέρεις, είχα πάψει πια να τις αναλύω μέχρι όσο δεν πήγαινε, είχα πάψει να βλέπω φαντάσματα, είχα πάψει να μαντεύω τις προθέσεις σου, πρώτον γιατί μετά από τόσο καιρό παραδέχτηκα ότι πράγματι δεν μπορούσα να σε πιάσω από πουθενά – αυτή ήταν, άλλωστε, η γοητεία σου – και δεύτερον επειδή όλα μα όλα επισκιάστηκαν από το σ’ αγαπώ σου. Οι μέρες μακριά σου ήταν κατά βάση βροχερές, ωστόσο κύλησαν με εμένα να ανακαλύπτω τα όρια της θνητότητας μου, φτάνοντάς με σε σημείο να θέλω να ζήσω κάθε λεπτό που περνάει στο τέρμα – περπατούσα στους βρεγμένους δρόμους με πάνινα παπούτσια, χωρίς ομπρέλα, χαμογελούσα σε αγνώστους, ξάπλωνα στο γρασίδι, άκουγα μουσική, παρατηρούσα τις μαύρες βούλες στα φτερά μίας πασχαλίτσας, ανέπνεα βαθιά και σε περίμενα.  Ένιωθα απεριόριστα τυχερή που ανήκα στους ανθρώπους που μπορούν να αγαπήσουν με όλη τους την ύπαρξη, που μπορούν να δώσουν όλη τους την ύπαρξη για την αγάπη, που γεννήθηκαν για να αγαπούν. Ένιωθα απερίγραπτα τυχερή γιατί μέσα μου δεν μπορούσα να κρατήσω κακία, δεν μπορούσα να κάνω κακό, δεν μπορούσα να μισήσω – μπορούσα να συγχωρήσω, γιατί αν υπήρχε θεός για να πιστέψω, αυτός θα ήταν το Καλό. Πίστευα στο Καλό με όλη μου την ψυχή. Γι’ αυτό και στα δύσκολα, το μόνο που χρειαζόμουν ήταν κάποιος να μου πει ότι όλα θα πάνε καλά. Ξέρεις, μου μάθανε να αρκούμαι στα λίγα, στα απαραίτητα, στα αναγκαία για να επιβιώσω. Μου μάθανε να συμβιβάζομαι, να κάνω πίσω και να περιμένω όσο χρειαστεί. Γκρίνιαξα, όμως, γιατί, φύσει αντιδραστικό πλάσμα, μίσησα εξ αρχής τους συμβιβασμούς, τις υποχωρήσεις και την αναμονή. Όταν κατάλαβαν ότι δεν πατάω στο έδαφος, όταν συνειδητοποίησαν ότι η γη ήταν μικρή για μένα, μου μάθανε τελικά να ονειρεύομαι, να προσπαθώ για το καλύτερο και να κυνηγώ το τέλειο. Κάπως έτσι τώρα, τα πρώτα δροσερά βράδια της άνοιξης, πράγματι, μπορώ να τα περάσω μόνο με μία ζακέτα. Είναι στη φύση μου, όμως, να θέλω να αγγίξω το τέλειο : αυτή η ζακέτα, κάποιο βράδυ, να είναι η δική σου.

* Φώτο : Διδυμότειχο Έβρου, Αύγουστος 2014

**

What do you think?

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.