Όταν ερχόμουν σε σένα…

By haritini, December 3, 2014

Αυτή η ιστορία επαναλήφθηκε πολλές φορές. Η ίδια σκηνή, το ίδιο σκηνικό, οι ίδιοι ρόλοι. Μόνο ο χρόνος άλλαζε. Η ίδια υπόθεση καρφιτσωμένη σε διαφορετικές στιγμές στο συνεχές του χρόνου. Έχει περάσει καιρός από την τελευταία καρφίτσα που μπήκε σ’ αυτό το σεντόνι. Βλέπω πολύ καθαρά πια αυτό το σεντόνι, με όλες τις μικρές καρφίτσες πάνω του περασμένες διάσπαρτα. Εγώ τις τοποθέτησα όλες. Εσύ δεν έβαλες ούτε μία.

Κανείς δε με ανάγκασε. Ήθελα να το κάνω. Ήθελα να έρθω σε σένα και το έκανα. Αυτό συνέβη πολλές φορές. Μια φωνή πίσω και χαμηλά στο κεφάλι μου γεννιόταν σε μια ανύποπτη στιγμή, για να μου θυμίζει επίμονα – μέχρι να το κάνω – ότι θέλω να έρθω σε σένα. Κάθε φορά η φωνή αυτή σήκωνε το χέρι μου και αυτό έπαιρνε μια καρφίτσα και την έβαζε στο σεντόνι μας.

Δεν ξέρω πόσες φορές. Δεν έχω μετρήσει τις καρφίτσες. Έχω μετρήσει μόνο τις δυνάμεις που σου αφιέρωνα, για να έρθω σε σένα. Τώρα μου φαίνονται πολλές, πάρα πολλές. Πολλές ξοδεμένες, τσακισμένες δυνάμεις. Τότε δεν έβλεπα τίποτα, επειδή δεν ήθελα να δω. Προτίμησα να σπαταλήσω τις δυνάμεις μου, υπακούοντας τη φωνή, επειδή τη δύναμη να σταματήσω αυτό το ξόδεμα νόμιζα πως δεν την είχα. Ξανά και ξανά. Μάζευα τις δυνάμεις μου κι ερχόμουν σε σένα.

Όταν ερχόμουν σε σένα, η φωνή σταματούσε για λίγο – είχε πετύχει το βραχυπρόθεσμο στόχο της. Γνώριμα τοπία έτρεχαν μπροστά στα μάτια μου, καθώς μηδένιζα τα χιλιόμετρα μεταξύ μας. Θάλασσες, βουνά και πολιτείες κυλούσαν κάτω από τα μάτια μου, καθώς φυσούσα τα σύννεφα στον ουρανό μεταξύ μας. Αυτά τα λίγα δευτερόλεπτα που χώριζαν την εικόνα σου στο μυαλό μου από την εισβολή της μορφής σου στο οπτικό μου πεδίο περνούσαν αφύσικα αργά. Πράγματι ερχόμουν σε σένα.

Όταν ερχόμουν σε σένα, όλα έμπαιναν σε διαφορετική τροχιά. Ασυναίσθητα, άδολα αλλά βίαια, στο σύμπαν μου κέντρο γινόσουν εσύ κι όλοι οι μικροί και μεγάλοι ήλιοι μου φώτιζαν θαμπά. Εξακολουθούσα να βλέπω το φως τους, αλλά το ένιωθα πιο σκοτεινό. Ανησυχούσα τότε, οι ήλιοι μου θέλω να φωτίζουν λαμπεροί, μα η φωνή με τραβούσε πάλι πίσω στο κατειλημμένο από σένα κέντρο. Εκεί νόμιζα πως τουλάχιστον η δική μου ακτινοβολία παρέμενε ακέραιη. Πόσο άργησα να καταλάβω πως όταν ερχόμουν σε σένα, σκοτείνιαζα πρώτη, στερώντας έτσι τη λάμψη από τους μικρούς και μεγάλους ήλιους μου…

Όταν ερχόμουν σε σένα, γινόμουν μια άλλη. Πάλευαν μέσα μου δυο κόσμοι. Οι ήλιοι μου από τη μία. Η κεντρομόλος δύναμή σου από την άλλη. Για να αναμετρηθώ με αυτή σου την τρομακτική δύναμη, ξόδεψα τις δυνάμεις μου, αρπάζοντάς τες από τους ήλιους μου, που τόσο ανάγκη τις είχαν για να μπορούν να ακτινοβολούν το φως τους. Ξανά και ξανά. Τελικά, δεν κατάφερα να ορίσω σημείο ισορροπίας ανάμεσα στη δύναμή σου και σε μένα. Κι οι ήλιοι μου έμειναν για πολύ καιρό να εκπέμπουν το ασθενικό φως που τους επέτρεπαν οι τσακισμένες μου δυνάμεις.

Καιρό τώρα, το σεντόνι μας διπλώθηκε και φυλάχτηκε στο χρονοντούλαπο των σχέσεων που τελειώνουν. Είναι ωραία αυτή η ηρεμία τώρα πια. Ποτέ δε θα καταλάβαινες – αν τύχαινε να διαβάσεις αυτές τις λέξεις – ότι δεν υπάρχει καμία μομφή, κανένας πόνος, καμία αναμέτρηση τώρα πια.

Μόνο να… Μια καρφίτσα στην τσέπη μου υπάρχει, για να μου θυμίζει που και που τις δυνάμεις μου που όσο κι αν προσπάθησαν, δεν τα κατάφεραν αυτή τη φορά. Είναι η καρφίτσα, αυτή η μία και μοναδική καρφίτσα, που ήθελα κάποτε τόσο πολύ να βάλεις στο σεντόνι και που ποτέ δεν έβαλες.

What do you think?

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.