Μέρες μίας άλλης άνοιξης

By elena, March 12, 2015

Η άνοιξη ήρθε, χωρίς να μας ρωτήσει. Δεν ήθελα να έρθει χωρίς να είσαι εσύ εδώ. Στις καρδιές ένας ατελείωτος χειμώνας, η σκέψη δεμένη από αραχνοΰφαντη κλωστή αιωρούνταν μετέωρη στο κενό, αυτό το κενό που άφησες. Προσπαθούσα  να αποφύγω τη βουτιά στον μηδενισμό. Η έμφυτη τάση μου να δίνω αξία στα πιο μικρά, υπέροχα, αόρατα πράγματα της κάθε μέρας, έσβηνε σταδιακά και αυτό με φόβιζε πολύ – τη θέση της είχε αρχίσει να παίρνει μία τάση για αδιαφορία.

Είχε ήλιο;

Οι πιο όμορφες μέρες μου ήταν αυτές που ξυπνούσα και έβλεπα ότι έχει ήλιο- τώρα απλά δεν με ένοιαζε. Δύο χελιδόνια έφτιαχναν φωλιά στο διπλανό μπαλκόνι. Ανέκαθεν λάτρευα να τα χαζεύω – τώρα δεν τα παρατηρούσα καν. Ένα γέλιο, ίσως το μόνο που κατάφερνε και ξέφευγε από τη νιχιλιστική δίνη, εμφανιζόταν αραιά και πού, ίσα ίσα για να κρατήσει αντίσταση και να μην παρασυρθούν όλα στον πάτο των σκέψεων.

Το λογοτεχνικό ύφος των κατά βάση θλιμμένων αναπολήσεών μου συχνά εξέπληττε και εμένα την ίδια. Πώς στο καλό με τόση ταλαιπωρημένη ψυχή, έβγαιναν από μέσα μου οι πιο περίπλοκες λέξεις, πώς ο πόνος μου αποτυπωνόταν στο χαρτί με τόση ευλάβεια, πώς μπορούσα μετά από όλα αυτά να έχω την ικανότητα να σκέφτομαι;

Αν κάτι με δυσκόλευε πιο πολύ από όλα, ήταν το να παραδεχτώ ότι το συναίσθημα έτεινε να νικήσει τη λογική.

Η δική μου λογική, αυτή η τετράγωνη, απόλυτη, άκαμπτη λογική που κατάφερα εν τέλει να αποκτήσω –επειδή, ξέρεις, δεν την είχα πάντα. Μόλις την απέκτησα, προσπάθησα να την ισορροπήσω με το συναίσθημα – και κάπου εκεί ήμουν σίγουρη ότι δεν υπάρχει κάτι πιο δύσκολο για να κάνει κανείς. Επειδή λοιπόν το κατάφερα με τόσο κόπο βρίσκομαι εδώ τώρα, πελαγωμένη, μη μπορώντας να αναγνωρίσω την επικράτηση του συναισθήματος απέναντι στη λογική, μία επικράτηση που επέφερε την διατάραξη της ισορροπίας την οποία στον φανταστικό μου κόσμο πίστευα ότι είχα πετύχει.

Έπρεπε, άραγε, να το κάνω αυτό; Χρειαζόταν αυτή η αναγνώριση; Ή μήπως, όσο πιο πολύ το ανέλυα, τόσο χανόταν το νόημα; Ο λαβύρινθος των σκέψεων ήταν ατελείωτος και εγώ σίγουρα χαμένη μέσα του. Ανά τακτά κομμάτια χρόνου μέσα στη μέρα έπιανα τον εαυτό μου να αποκόβεται εντελώς από το εξωτερικό περιβάλλον. Το βλέμμα στον τοίχο, το βλέμμα έξω από το παράθυρο, το βλέμμα στο κενό, όλο αυτό δεν ήταν κάτι παραπάνω από την εσωτερική μου ανάγκη για ηρεμία, για διακοπή του παραλογισμού. Τι θα γινόταν τώρα; Αύριο; Ένα μήνα μετά; Τον Σεπτέμβρη; Το πιο βασανιστικό πράγμα στον κόσμο είναι το να πεις σε έναν ανυπόμονο άνθρωπο να περιμένει.

Όχι, δεν μπορούσα να περιμένω. Τα ήθελα όλα, τώρα.

Ή καλύτερα, το πείσμα μου και ο εγωισμός μου τα ήθελαν τώρα σίγουρα – για μένα δεν ξέρω. Εγώ έπρεπε να περιμένω. Κάτι ακόμα πιο βασανιστικό είναι το να πεις σε έναν αντιδραστικό άνθρωπο ότι «πρέπει» να κάνει κάτι. Πόσο απεχθάνομαι τα «πρέπει», πόσο δεν αντέχω το γεγονός ότι, έτσι όπως τελικά έχουν έρθει όλα, πρέπει να «πρέπει». Σαν θηρίο στο κλουβί, σαν νερό σε φράγμα έτοιμο να σπάσει, οι αντοχές μου έτειναν στα όριά τους και δοκιμάζονταν μέρα με τη μέρα. Οι σκέψεις, ακόμα πιο μπερδεμένες από πριν. Ο χρόνος των βλεμμάτων στο κενό, ακόμα πιο μεγάλος από πριν.

Και εμείς, παγιδευμένοι στο τριπάκι του «πρέπει», δέσμιοι του χρόνου και του τι θα φέρει αυτός, πιόνια σε σκακιέρα που μας μετακινούν άλλοι και συγκεκριμένα ο αδίστακτος ο χρόνος και η άτιμη η τύχη.

Όμως είμαι αδύναμη αν πιστεύω στο χρόνο και σίγουρα είμαι αφελής αν πιστεύω στην τύχη. Δυνατή και σίγουρη είμαι μόνο αν πιστεύω σε εμάς. Αν όλα αυτά φαίνονται λογοτεχνία, μεταφορές, ιστορίες, σκέτες λέξεις σε λευκό χαρτί, όχι, δεν είναι. Εδώ έγκειται το πιο βασανιστικό από όλα τα προηγούμενα : το να μην μπορείς να μιλήσεις ενώ το μόνο που θέλεις να κάνεις, το μόνο που έχεις ανάγκη, πιο πολύ και από το να αναπνέεις, είναι το να μιλήσεις. Δεδομένου ότι δεν μπορώ να μιλήσω γιατί δεν έχω τώρα πια το δικαίωμα να το κάνω, ο μόνος τρόπος είναι να γράψω. Έτσι ακριβώς, άλλοτε με λόγια μπερδεμένα, περίπλοκα, μεθυσμένα από κρασί, νοτισμένα με δάκρυα, άλλοτε με λόγια βαθιά, ελπιδοφόρα, ψημένα από την αλμύρα, βουτηγμένα στο φως, έτσι γράφω.

Και θα γράφω γιατί δεν μου έχει μείνει τίποτα άλλο πια.

Κάποιες χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από όλα, μερικές χρονικές ζώνες πίσω από αυτή της Ελλάδας και παραδόξως κάτω από πολλές αχτίδες ηλιακού φωτός, βρέθηκα να τριγυρνώ σε δρόμους άγνωστους, ανάμεσα σε ανθρώπους άγνωστους, πληρώνοντας σε ένα νόμισμα επίσης άγνωστο. Τα μηχανικά φώτα που σκέπαζαν την πόλη το βράδυ δεν άργησαν να με γοητεύσουν, οι απότομες σκεπές με τα παράθυρα στις σοφίτες ήταν για μένα σκηνικό παραμυθιού, τα παλιά βιβλιοπωλεία στις γωνίες με καλούσαν να ανακαλύψω τους κρυμμένους θησαυρούς τους. Και έτσι έγινε. Μαγεμένη από μία πόλη ξένη, όπου οι μέρες που ο ήλιος εμφανιζόταν ήταν μέρες γιορτής, μπόρεσα να αντιληφθώ την αξία της πόλης που είχα αφήσει πίσω. Αν μπορούσα να τα αντιστοιχήσω, θα έλεγα ότι όσα ένιωσα γι’ αυτή την μακρινή πόλη ήταν έρωτας κεραυνοβόλος – ήταν ενθουσιασμός, λαχτάρα, ανυπομονησία να γνωρίσω κάθε γωνιά της, να χαθώ στα στενά της, να αναπνεύσω τις μυρωδιές της, να ζήσω μαζί της. Ο έρωτας όμως είναι παροδικός, διαρκεί όσο και η έκρηξη της αδρεναλίνης μέσα μου, πιθανότατα μέχρι να με κερδίσει κάποια άλλη πόλη, πιο μακρινή. Χαμένη σε γειτονιές έξω από τον χάρτη, εκεί, στην άκρη του μυαλού μου, εκεί βρισκόταν η πόλη που άφησα πίσω: μία αγάπη αιώνια, βαθιά, δυνατή, αξέχαστη, ατέρμονη, άφθαρτη.

Τα υπόλοιπα είναι απλά μαθηματικά.

Κουρασμένη από τη μιζέρια, τη μαυρίλα του χειμώνα, μπουχτισμένη από ανθρώπους και λόγια μισά, από λέξεις χωρίς νόημα, από νύχτες που μόνο η σιωπή γέμιζε το δωμάτιο, από μέρες που η ανάσα πάγωνε καθώς περπατούσα στους δρόμους, έχοντας βαρεθεί το σκοτάδι, την υγρασία, το κενό, κάπου εκεί αποφάσισα να σταματήσω να κοιτάω τον τοίχο. Δεν έπρεπε λεπτό να ξεχάσω το πόσο αγαπώ την άνοιξη, γιατί αν το ξεχνούσα θα έχανα τον εαυτό μου και τότε πια δεν θα είχες κάτι να αγαπάς. Δεν έπρεπε λεπτό να ξεχάσω το πόσο λατρεύω τον ήλιο, γιατί αν το ξεχνούσα θα έχανα το φως μέσα μου, αυτό το φως που θα σε βοηθούσε, μέσα στο σκοτάδι του δικού σου χειμώνα, να μη χάσεις το δρόμο. Κάπως έτσι υποδέχτηκα την άνοιξη. Τη δική μου άνοιξη.

******************************************************************************************************************************

*   “…somehow the silence seemed to connect us in a way like words never could.” – “Flipped”, 2010

**   Φωτό : Λονδίνο, Μάρτιος 2015

***

What do you think?

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.