Καζαμπλάνκα

By elena, May 29, 2015

Αυτή η ιστορία δεν είναι τίποτα άλλο από ένα αποτυχημένο παραμύθι. Φτιάχτηκε από μεθυσμένα λόγια που κρύβονται επιμελώς τη μέρα και εμφανίζονται κάποιες νύχτες που η μόνη σκέψη στο μυαλό μου είσαι εσύ. Πέρσι τέτοια εποχή, λίγες μέρες πριν πάω να δώσω ένα από τα τελευταία μου μαθήματα, θυμάμαι μία συναυλία που δεν πήγα ποτέ, και χάρη στο γεγονός ότι δεν πήγα, κατάλαβα λίγες εβδομάδες αργότερα ότι η άγνοια είναι δύναμη. Γιατί δεν ήμουν εκεί και δεν είδα, και αφού δεν είδα, δεν ήξερα, και ότι δεν ήξερα δεν μπορούσε να με βλάψει. Όταν πια έμαθα, ήμασταν ήδη στη μέση ενός καυτού καλοκαιριού και είχες πάψει να τριγυρίζεις ανεξέλεγκτα στο μυαλό μου. Η αλμύρα της θάλασσας είχε εξαφανίσει κάθε ίχνος από το άγγιγμα των χεριών σου επάνω στο σώμα μου και είχα αρχίσει να πιστεύω ότι σταδιακά έσβηνες από κάθε κομμάτι της ύπαρξής μου. Θα μπορούσες να είσαι παραμύθι, αλλά διάλεξες να μην είσαι. Τα παραμύθια τελειώνουν κάποτε. Μπορούσα να διαφωνήσω, ωστόσο επειδή είχα πια κουραστεί να επιχειρηματολογώ και να έχω για αντίλογο έναν τοίχο, σε άφησα να πιστεύεις ότι σε πίστεψα. Αν και μου ήταν δύσκολο να σε διαβάσω, τα όνειρα με σένα σχεδόν κάθε βράδυ με βοηθούσαν να καταλάβω κάποια πράγματα που το φως της μέρας δεν με άφηνε να δω. Ήθελα πολύ να ξυπνήσω και να σου πω τι είδα στον ύπνο μου, αλλά δεν θα είχε καμία σημασία για κανέναν μας, έτσι και αλλιώς. Ήμουν σίγουρη ότι υπήρχαν φορές που νόμισες ότι όλο αυτό ήταν ένα μεγάλο, καλοστημένο ψέμα. Μα βρέθηκα μπροστά σου τόσο ανήμπορη να εξηγήσω τον τρόπο που η ύπαρξη μου συντονιζόταν αργά και σταθερά με τη δική σου. Ένας συντονισμός που με οδήγησε σε ατελείωτες νύχτες που δεν περνούσαν και σκέψου, μέχρι και να καπνίσω σκέφτηκα για να κάνω την αναμονή να κυλήσει πιο ανώδυνα, όμως δεν το έκανα, γιατί εκείνες οι εικόνες που μας έδειχναν στα βιβλία όταν ήμασταν μικροί, εκείνες με τα μαυρισμένα από την πίσσα πνευμόνια του καπνιστή, σε συνδυασμό με τη μυρωδιά που κάθε μεσημέρι είχε το σπίτι μας όταν γυρνούσα από το σχολείο και ο πατέρας μου κάπνιζε, αρκούσαν για να μισήσω το κάπνισμα εφ’ όρου ζωής. Κοίτα πόσο κακό μας έκαναν οι ασπρόμαυρες ταινίες του 20΄ και του 30΄, αυτές οι ταινίες που με τόση λαχτάρα έβλεπα και με τόση ευκολία ταυτιζόμουν, ξέρεις, αυτές τις ταινίες που ο πρωταγωνιστής καθόταν στο μπαρ με ένα τσιγάρο και με ένα ουίσκι και εκπνέοντας τον καπνό έπαιρνε εκείνη τη στιγμή αποφάσεις ζωής. Η «Καζαμπλάνκα» είναι η ταινία – ορόσημο του δίπτυχου αλκοόλ – τσιγάρου. Μα δεν χρειάστηκα το κάπνισμα ούτε το ποτό για να καταλάβω τι θέλω. Αυτό που ήξερα ότι ήθελα, δεν θα το είχα ποτέ. Οι εβδομάδες που πέρασαν μου έδειξαν ότι όλα τα πράγματα για τα οποία αγχωνόμουν ήταν απειροελάχιστα μπροστά σε άλλα, όμως αυτό που δεν έβγαινε από το μυαλό μου ήταν ότι στα πιο σημαντικά πράγματα που συνέβαιναν στην κατά τα άλλα ήρεμη ζωή μου, σε ήθελα κοντά μου. Σκοτώνοντας τα πρώτα καλοκαιρινά, ακίνδυνα μυγάκια στην οθόνη του υπολογιστή, γράφοντας κείμενα χωρίς παραγράφους σαν αυτό, περνούσα τις ώρες μου γελώντας και σκοτεινιάζοντας, ενώ ταυτόχρονα αναρωτιόμουν αν η φυγή είναι η λύση. Σελίδες ανοιχτές στον υπολογιστή, ανοιχτά παράθυρα προς έναν κόσμο που με περίμενε να τον εξερευνήσω, χώρες και πόλεις χιλιόμετρα μακριά από εδώ. Δεν το πίστευα ότι θα τα καταφέρω, είναι η αλήθεια, όμως μέσα μου έψαχνα να βρω ένα τρόπο να απομακρυνθώ από όλο αυτό το παιχνίδι εγωισμών. Μονοπωλούσες τη σκέψη μου όπως οι ανούσιες προεγκατεστημένες εφαρμογές του λαπτοπ μου μονοπωλούσαν ανελέητα και χωρίς κανέναν λόγο την μνήμη του. Δεν είχα καν επιλέξει να λειτουργούν αυτές οι εφαρμογές, ωστόσο ξεκινούσαν μόνες τους, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που ξεκινούσε το μυαλό μου να σε σκέφτεται, χωρίς να το έχω επιλέξει. Στο τέλος του Μαΐου, το μόνο που μου έμενε να κάνω ήταν να κάνω μία νέα αρχή, αποφασισμένη να σε αφήσω για ακόμα μία φορά πίσω. Μα δυσκολευόμουν πολύ να πάρω την απόφαση να το κάνω. Κι αυτό γιατί είχα καταλήξει ότι δεν είχα βρει τον κατάλληλο τρόπο, αυτόν τον τρόπο που θα άλλαζε την κοσμοθεωρία μου. Ναι, σίγουρα θα ήθελα να είμαι εκεί γύρω στο 1930, σε ένα ασφυκτικά γεμάτο κόσμο και καπνό μπαρ στα παράλια του Μαρόκου, να κρατάω στο χέρι ένα ουίσκι χωρίς πάγο και μέσα στον καπνό να βρίσκω λύση σε όλα μου τα προβλήματα και ύστερα να αφήνω το ποτό μου μισοτελειωμένο και να φεύγω ενώ ο πιανίστας παίζει το «As time goes by». Μα δεν είμαι στο 1930, δεν μου αρέσει το ουίσκι και απεχθάνομαι τα μέρη με πολύ κόσμο και με πολύ καπνό. Οπότε μάλλον δεν υπάρχει και λύση στα προβλήματά μου. Χωρίς παρωπίδες, την τελευταία Παρασκευή του Μάη, βρήκα τον εαυτό μου να ψάχνει για μία διέξοδο και εν τέλει, δειλά δειλά, να τη βρίσκει. Εκεί που έψαχνα, κατάλαβα ότι ο εγωισμός μου ήταν αυτός που αγνοούσε σκόπιμα όλα τα σημάδια, όλα εκείνα που μου λέγανε να φύγω και ήταν γραμμένα με μεγάλα γράμματα μα εγώ αρνιόμουν να τα δω. Έκλεινα τα μάτια μου και για ακόμα μία φορά δυσκολευόμουν να παραδεχτώ ότι η συμφωνία ήταν take it or leave it. Και εγώ, αφελέστατα ίσως, επέλεξα το take it, με την κρυφή ελπίδα να αλλάξω τους όρους κάποια μέρα. Μα τα κρύα σου χέρια δεν μου άφησαν περιθώριο να αλλάξω κανέναν όρο. Οι όροι ήταν προσυμφωνημένοι και εγώ είχα ήδη υπογράψει χωρίς καμία δικλείδα ασφαλείας, μία νύχτα που μιλούσαν τα σώματα και όχι η λογική, ενώ το παρελθόν καιγόταν και άφηνε γύρω του μόνο στάχτες. Κάπου εκεί έκανα το λάθος να πιστέψω ότι μέσα από αυτές τις στάχτες θα ξεκινούσε ένα νέο ταξίδι, ότι μέσα από τις στάχτες θα έβλεπα μία άλλη ανατολή. Και ξημέρωσε η μέρα, αλλά η ανατολή που είδα δεν ήταν λαμπερή. Και κάπως έτσι έφτασε το φιλί να γίνει μία πράξη επιβεβαίωσης, μία βεβιασμένη προσπάθεια επαναφοράς της καθεστηκυίας τάξης των πραγμάτων, αν και ξέραμε ότι και για τους δυο μας δεν  ήταν τίποτα παραπάνω από ένα ακόμη άρτια κατασκευασμένο ψέμα. Δεν ήμουν αφελής, το καταλάβαινα, και το ένιωθα σε κάθε χιλιοστό που τα χείλη μας ακουμπούσαν. Ως λάτρης των άκρων, αυτή η μεσότητα που τα χείλη σου επεδίωκαν να καθιερώσουν δεν μου ταίριαζε. Κάθε δευτερόλεπτο που τα χείλη μας παρέμεναν ενωμένα, μέσα μου γεννιόταν ένα ακραία, παράφορα αφοριστικό δίλημμα : τα ήθελα όλα, ή δεν ήθελα τίποτα. Στα όνειρα που έβλεπα τις νύχτες ενώ δίπλα μου πλάγιαζε η απουσία σου, έβλεπα όλα αυτά που δεν θα είχα ποτέ. Δεν μπορούσα ακόμα να καταλάβω αν με πείραζε ή όχι όλο αυτό. Μπορούσα, όμως, να δω, δίπλα στο κρεβάτι μου, πάνω στο κομοδίνο μου, μία στοίβα βιβλία που δεν είχα προλάβει ακόμα να διαβάσω. Νύχτες κυλούσαν με το βλέμμα στραμμένο απέναντι στον λευκό τοίχο, αδύναμο να συγκεντρωθεί στις σελίδες ενός βιβλίου. Ωραία τα έγραφε ο Φιτζέραλντ, αλλά για μένα οι λέξεις στο λευκό χαρτί χόρευαν όπως οι καλεσμένοι του Γκάτσμπυ σε ένα από τα πολλά, οργιώδη πάρτι του, κάπου στην Αμερική του 1920. Και κάπως έτσι έφυγε ο Μάιος, ο μήνας – απάτη, όπως αποφάσισα να τον ονομάσω, και του ευχήθηκα να πάει στον αγύριστο. Παρά τις άδοξες νύχτες του, μου έδειξε τι πραγματικά είναι σημαντικό και τι όχι. Μέσα μου πάλευε η φωνή της λογικής και ένα συναίσθημα που προσπαθούσα τόσο καιρό να κατευνάσω. Και θύμωνα πολύ, γιατί είχε πια φτάσει το σημείο που τίποτα δεν εξαρτιόταν από εμένα.  Η θέση μου ήταν πια ξεκάθαρη και το μαξιλάρι δίπλα μου ήταν άδειο: αυτό αρκούσε για να με κάνει να πάρω την πιο δύσκολη απόφαση που είχα πάρει ποτέ. Γιατί μπορεί όλο αυτό μέχρι εδώ να ήταν, όπως είπα, ένα αποτυχημένο παραμύθι, αλλά το τέλος του δεν έχει γραφτεί ακόμα.

*****************************************************************************************************************************

* “Casablanca”, 1942

** Φώτο: Λονδίνο, Μάρτιος 2015

***

What do you think?

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.