Καληνύχτα μικρό μου κτήνος

By haritini, November 17, 2014

Σε είδα σήμερα.

Φορούσες μαύρα ρούχα. Είχες καλύψει το πρόσωπο και τα μαλλιά σου με μαύρο ύφασμα. Είχες κρύψει το λαιμό σου σε μια μαύρη κουκούλα και τα χέρια σου τα έκρυψες κι αυτά, στα μαύρα γάντια. Μια τούφα απ’ τα μαλλιά σου ατίθαση, με επιμονή και θράσος ξέφευγε κάθε τόσο από το μαύρο ύφασμα κι εσύ με εκνευρισμό την έβαζες στη θέση της, ξανά και ξανά. Σε είδα να κρύβεις αυτή την τούφα απ’ τα μαλλιά σου πολλές φορές.

Κρατούσες στο δεξί σου χέρι δύο μικρά τούβλα. Τόσο δυνατά που σχεδόν είδα το υλικό τους να παραμορφώνεται. Στο άλλο σου χέρι, αριστερά, κρατούσες ένα μαύρο χρώμα. Κρατούσες το κράνος σου στο χέρι. Κρατούσες μια μπίρα κι ένα τσιγάρο με ενοχλητική μυρωδιά. Κρατούσες κάτι βαρύ, κάτι που μου θύμισε τα ξύλινα σπαθιά της παιδικής μας ηλικίας. Κρατούσες ένα γυάλινο μπουκάλι, ήσουν πολύ προσεκτικός μη σπάσει. Μη σπάσει πριν την ώρα του.

Είχες τα χέρια στις τσέπες του φούτερ σου. Περπατούσες αποφασιστικά αλλά σκυφτός. Σαν να κοιτούσες τις νάρκες στο τσιμέντο που περπατάς. Σε είδα να φτύνεις με ηδονική μανία. Επιτάχυνες το βήμα σου και πρόλαβες εκείνη την κοπέλα με τη μαύρη κουκούλα. Σε είδα να της μιλάς σχεδόν μέσα από τα δόντια σου, συριστικά και κάπως συνωμοτικά. Σε είδα να τρέχεις να προλάβεις, έπρεπε πρώτος εσύ να φτάσεις στον πράσινο κάδο, να τον ανοίξεις, να τον κλωτσήσεις και να τον γεμίσεις με εύφλεκτο υλικό. Περπατούσες στο πλάι, πατώντας με αστάθεια τις πλάκες του πεζοδρομίου. Σαν να κουνιόταν η κάθε πλάκα κάτω από τη σόλα του παπουτσιού σου.

Σε άκουσα σήμερα.

Φώναξες ένα σύνθημα. Φώναξες ένα όνομα. Φώναξες για να σε ακούσω. Φώναξες κι άλλο όνομα. Ψιθύρισες στο αυτί εκείνης της κοπέλας και μετά γέλασες με θόρυβο. Σε άκουσα να μιλάς για μία ημερομηνία. Σε άκουσα να ξεστομίζεις μερικές λέξεις φορτωμένες με βαρύ πολιτικό νόημα. Άκουσα και την ανάσα σου για μια στιγμή, ήταν γρήγορη και κοφτή επειδή έτρεχες. Άκουσα την οργισμένη σου απάντηση σε αυτόν που τόλμησε να διαφωνήσει μαζί σου. Σε άκουσα να ουρλιάζεις πως μόνο εσύ ξέρεις, μόνο εσύ μπορείς, μόνο εσύ έχεις το δικαίωμα.

Σε ένιωσα σήμερα.

Ένιωσα την οργή που σε κινεί, όταν πέρασες πολύ κοντά μου. Αισθάνθηκα τη θερμότητα από τη φωτιά που καίει στο βλέμμα σου. Αλήθεια την αισθάνθηκα, όταν οι ματιές μας διασταυρώθηκαν. Με κοίταξες και ένιωσα τη φλόγα του μίσους που σου θολώνει τα μάτια. Ένιωσα σχεδόν την ηδονή που κύλησε στο αίμα σου, όταν κατέστρεψες εκείνο το τζάμι. Η καρδιά μου άκουσε τα τύμπανα που εμβατηριακά υπνωτίζουν το μυαλό σου να λυσσάει για καταστροφή, για βία, για ματωμένα ρούχα και ματωμένες ιδέες.

Εσύ ήσουν, μικρό μου κτήνος. Αυτό ήσουν. Ένα ανθρώπινο πλάσμα μεταμφιεσμένο με τη στολή του κτήνους. Δε μπορείς να βγάλεις αυτή τη στολή πια. Κόλλησε στο δέρμα σου και μπήκε στους πόρους του κορμιού σου. Σε ναρκώνει. Σε τυφλώνει. Μιλάει μέσα σου σαν δαίμονας που κυριεύει τη σκέψη σου. Σου λέει τι θα κάνεις. Σου λέει ποιος θα είσαι. Σου λέει να καταστρέφεις. Σου λέει να θυμώνεις. Σου λέει να μισείς. Δεν αντιστέκεσαι πια. Υπακούς και μισείς. Δεν είσαι πια εσύ. Είσαι το κτήνος μέσα σου. Είσαι το μίσος μέσα σου.

Σε λυπάμαι. Όπως λυπάται ένας γιατρός τον άρρωστο που σβήνει στα χέρια του. Θα έπρεπε να ντρέπεσαι. Εγώ ντρέπομαι. Δε μπορώ να κάνω τίποτα για να σε σώσω. Αλλά κι αν μπορούσα, νομίζεις θα το έκανα; Σου αξίζει να είσαι κτήνος και μου αξίζει να αρρωσταίνω με τη σκέψη πως υπάρχεις κάπου εκεί έξω. Αυτή είναι η κατάρα σου. Κάθε φορά που με κοιτάς θα νιώθω φευγαλέα την οργή του κτήνους στον αυχένα μου και θα γελάς ευχαριστημένος με τη στιγμιαία νίκη σου.

Κάθε Νοέμβρη η ίδια ιστορία. Μια εσωτερική, πολύ βαθιά ανάγκη με οδηγεί εκεί. Πενθεί η ψυχή μου, εσείς χαθήκατε, εγώ ζω. Θέλω να φέρω ένα λουλούδι στο νοητό τάφο σας και να δακρύσω. Μα καταλήγω να μετράω τη δύναμή μου απέναντι στο κτήνος. Το λουλούδι μου το τσαλαπατάει με μανία το κτήνος και δακρύζω. Όχι όμως για τη χαμένη σας ζωή, αλλά για τη χαμένη του πίστη. Στο νοητό σας τάφο δε φέρνουμε λουλούδια αλλά τις στάχτες της σαθρής ύπαρξής μας. Αυτοί είμαστε. Οι απόγονοί σας. Ικανοί να γίνουμε κτήνη. Ανίκανοι να σας θυμόμαστε με σεβασμό.

Εύχομαι σήμερα να κοιμηθείς και να έρθει στον ύπνο σου η Μαρία από τη Σπάρτη. Ή ο Ορέστης από το Βόλο. Να ακουμπήσει το δέρμα σου και να σκίσει τη στολή του κτήνους. Εύχομαι να ξυπνήσεις μια μέρα – αύριο – και στα μάτια σου να καίει η φλόγα της ελπίδας.

Καληνύχτα μικρό μου κτήνος, καληνύχτα.

What do you think?

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.