Για ένα πουκάμισο αδειανό*

By elena, May 21, 2015

“…στα χωρισμένα σώματα και στις ψυχές

αυτών που ξέρουν πως δε θα γυρίσουν”

Και ας μας είπαν ότι θα γυρίσουν. Και ας μας υποσχέθηκαν ότι όλα θα πάνε καλά. Δεν θα ξαναγυρίσουν και τίποτα δεν θα πάει καλά. Ίσως στην αρχή να ήθελαν να γυρίσουν, ίσως να βασανίζονταν με το δίλημμα του αν πρέπει ή όχι να γυρίσουν. Όμως δεν θα το κάνουν και πια το ξέρουν. Το ήξεραν εξ’ αρχής.

Δεν υπάρχει γυρισμός και τίποτα δεν θα είναι όπως πρώτα.

“Το φεγγάρι

βγήκε  απ’ το πέλαγο σαν Αφροδίτη∙

σκέπασε τ’ άστρα του Τοξότη, τώρα πάει νά ‘βρει

την Καρδιά του Σκορπιού, κι όλα τ’ αλλάζει.”

Καταραμένο, άτιμο, αδίστακτο φεγγάρι, που τις νύχτες φωτίζεις τη γη και εγώ βλέπω στα μάτια σου αυτή τη λάμψη και πιστεύω σε ένα ψέμα. Γιατί όπως το φεγγάρι είναι ετερόφωτο σώμα και αντλεί το φως του από τον υπέρλαμπρο ήλιο, έτσι και τα μάτια σου δεν έχουν καμία λάμψη, απλά αντανακλούν το δικό μου φωτεινό βλέμμα.

Το φεγγάρι είναι μία απάτη, τα μάτια σου είναι μια απάτη, και οι νύχτες με πανσέληνο είναι πια πιο δύσκολες από ποτέ.

“Που είν’ η αλήθεια;”

Δεν υπάρχει αλήθεια. Ίσως υπήρχε κάποτε αλλά πια είναι πολύ αργά για να ειπωθεί. Τώρα ειδικά που δεν υπάρχουν και λόγια για να την περιγράψουν, είναι πιο δύσκολο από ποτέ. Μα και λόγια να υπήρχαν, δεν υπάρχει το κουράγιο. Η αλήθεια είναι μία μεγάλη ψευδαίσθηση, γιατί είναι ό,τι πιο υποκειμενικό υπάρχει. Η δική μου αλήθεια, όπως και να στην πω, όπως και να στην παρουσιάσω, πάντα για σένα θα είναι ψέμα.

Τι κι αν η δική σου αλήθεια είναι το δικό μου σαράκι.

“Ήμουν κι εγώ στον πόλεμο τοξότης∙

το ριζικό μου, ενός ανθρώπου που ξαστόχησε.”

Ποιος άνθρωπος μπορεί να αντέξει την αποτυχία; Ποιος μπορεί να αντέξει την άρνηση, την απόρριψη; Κανένας. Ποτέ δεν θα είναι διαχειρίσιμη, ποτέ δεν θα είναι εύπεπτη. Αλλά πάντα, κρυφά μέσα μου, μέχρι και την τελευταία στιγμή, θα ελπίζω. Θα ελπίζω ότι αυτή η αποτυχία, αυτή η άρνηση, δεν είναι οριστική. Και έτσι θα ξεκινώ ξανά από την αρχή, με έναν ακόμα πιο υψηλό στόχο και πιθανόν μία ακόμα πιο δυνατή πτώση  αυτή τη φορά από πιο ψηλά. Μα δεν με νοιάζει.

 Πέφτοντας μαθαίνω να πετάω.

«Δεν είν’ αλήθεια, δεν είν’ αλήθεια» φώναζε.

«Δεν μπήκα στο γαλαζόπλωρο καράβι.

Ποτέ δεν πάτησα την αντρειωμένη Τροία».

Τι σημασία έχει πια. Ό,τι και αν πω, αλήθεια, τι σημασία έχει πια; Για ακόμα μία φορά, καθένας έχει τη δική του αλήθεια. Μάλλον δεν με πίστεψες ποτέ, αλλά τι σημασία έχει πια. Τώρα έχουμε γίνει αυτό που δεν θέλαμε να γίνουμε ποτέ, αυτό που φοβόσουν και έλεγες ότι δεν θέλεις να γίνουμε ποτέ.

Λησμονημένα λόγια και αναμνήσεις.

«Κι ο Πάρης, μ’ έναν ίσκιο πλάγιαζε σα να ήταν

πλάσμα ατόφιο∙»

Ο ίσκιος, το είδωλο, η αυταπάτη, η απάτη. Και δεν είναι μόνο ένας, είναι πολλοί, είναι παντού γύρω μας, είναι όλοι αυτοί στους οποίους αφιερώνουμε χρόνο χωρίς να το αξίζουν και το ξέρουμε, είναι όλοι αυτοί που σ’ αυτούς χαραμίζουμε τις λέξεις μας, τα φιλιά μας και τις νύχτες μας. Και όμως επιμένουμε να αναλωνόμαστε σε ίσκιους, ίσκιους που στο πρώτο γύρισμα του κορμιού μας έχουν εξαφανιστεί, ίσκιους που τρέφονται από το δικό μας φως χωρίς να έχουν δικό τους.

Μα το δικό μου φως σε τύφλωνε.

«…για ένα λινό κυμάτισμα για μια νεφέλη

μιας πεταλούδας τίναγμα το πούπουλο ενός κύκνου

για ένα πουκάμισο αδειανό για μιαν Ελένη.»

Για κάτι τόσο ανεπαίσθητο και ταυτόχρονα τόσο απτό. Για κάτι τόσο αθόρυβο και ταυτόχρονα τόσο ηχηρό. Για κάτι τόσο αδιάφορο και ταυτόχρονα τόσο σημαντικό. Για κάτι τόσο λάθος και ταυτόχρονα τόσο σωστό.

Πρώτη φορά αγάπησα τόσο πολύ τα λάθη μου, γιατί στο τέλος ήταν ότι πιο σωστό έχω κάνει.

«Τ’ αηδόνια δε σ’ αφήνουν να κοιμηθείς στις Πλάτρες.»

Δεν είναι τα αηδόνια που δεν με αφήνουν να κοιμηθώ. Είναι οι σκέψεις που στροβιλίζονται κάθε βράδυ γύρω μου. Γιατί αυτή η άνοιξη ήταν διαφορετική. Γιατί οι μήνες πέρασαν αδιανόητα γρήγορα και εγώ έμεινα να τους κοιτάζω να περνάνε. Γιατί όλα αλλάζουν και μαζί και εγώ. Τόσο κοντά σου και τόσο μακριά σου.

Ξέρεις, κάποιες φορές, άλλα θέλω να πω και άλλα λέω. Γι’αυτό δεν λέω πια τίποτα.

******************************************************************************************************************************

* “Ελένη” , Γιώργος Σεφέρης, 1953

** Φώτο: Θεσσαλονίκη, Οκτώβρης 2014

***  “He shall never know I love him: and that, not because he’s handsome, but because he’s more myself than I am. Whatever our souls are made out of, his and mine are the same.”  – Emily Bronte, Wuthering Heights

****

What do you think?

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.