Φωνές

By haritini, May 30, 2015

Κι εκεί που νομίζεις ότι απλά δεν έχεις έμπνευση, έρχεται η στιγμή, αυτή η στιγμή που σου ανατρέπει τις θεωρίες σου. Καλά και ήσυχα εσύ, νόμιζες πως περνάς την περίοδο της αποχής, πως τα ερεθίσματα δεν είναι αρκετά ισχυρά ή πως η διάθεσή σου σε οδηγεί μακριά από το μολύβι σου. Είναι αυτή η φάση που (νομίζεις πως) θέλεις να ηρεμήσεις, να βάλεις την πένα σου στην άκρη και να ξεκουραστείς από όλα αυτά.

Δεν είναι εύκολο. Για μένα τουλάχιστον, σχεδόν ποτέ δεν είναι. Χρειάζομαι μόνο το αριστερό μου χέρι για να γράψω, μα η διαδικασία με ρουφάει ολόκληρη. Βιώνω το γράψιμό μου κυτταρικά, αναπόδραστα σχεδόν. Το μέσα μου με αναγκάζει, δε μπορώ να αρνηθώ. Τα κείμενά μου τα έχω αποκαλέσει παιδιά μου, όχι γιατί τα δημιουργώ, αλλά γιατί είναι κομμάτια μου που σαν να ξεκολλάνε από μένα, για να βρουν το νέο τους σώμα στις λέξεις και στο λευκό πίνακα που τις φιλοξενεί.

Γι’ αυτό δεν είναι εύκολο. Ξεριζώνω ένα κομματάκι μου κάθε φορά, κρατώντας την αναπνοή μου. Με μάτια κόκκινα ή κουρασμένα ή υγρά, ξαναβρίσκω την αναπνοή μου, όταν αφήσω το μολύβι μου κάτω. Κάποιες φορές χρειάζομαι ώρες μοναξιάς μέχρι να μπορέσω να συναντήσω κάποιον. Κι άλλες πάλι, νιώθω πως μόνο μια αγκαλιά θα με σώσει από την κατάρρευση. Σε κάθε περίπτωση αν η φωνή μέσα μου το ζητήσει, θα πρέπει να το κάνω. Θα γράψω. Και μόνο τότε μπορώ να βρω την – έστω παροδική – ηρεμία.

Τον τελευταίο καιρό νόμιζα πως βρήκα την ηρεμία στην αποχή. Νόμιζα πως η φωνή μέσα μου ησύχασε. Έκανα λάθος, το έχω πια καταλάβει. Δεν ησύχασε. Διασπάστηκε. Σε πολλούς μικρούς ψιθύρους. Σε φωνές υποτονικές και σχεδόν ακατάληπτες. Μου ψιθυρίζουν τόσο καιρό, μου μιλάνε σιγανά για ένα σωρό πράγματα κι εγώ νόμιζα ότι δεν ακούω τίποτα. Αλλά ακούω. Τις ακούω. Και τις αφήνω να παίξουν μόνες τους το παιχνίδι τους. Ας συγκρουστούν μόνες τους, μέχρι μία να βρει το δρόμο της από το κεφάλι μου προς το χέρι μου. Όποια φτάσει πρώτη στη μύτη του μολυβιού…

Αυτά σκεφτόμουν το μεσημέρι, καθισμένη στην άβολη θέση του αστικού. Μάλλον δεν κοιτούσα πουθενά. Μάλλον το βλέμμα μου απλά γλιστρούσε στις εικόνες αυτής της πόλης, που προσφέρει τις γειτονιές και τις γωνιές της στους ανθρώπους, για να ακουμπήσουν εκεί τα βάρη τους, το παρελθόν τους και το αβέβαιο μέλλον τους. Μάλλον δεν παρατηρούσα τι συμβαίνει γύρω μου, μέχρι που είδα τη μπροστινή θέση κατειλημμένη.

Δεν είδα ποτέ το πρόσωπο αυτής της κοπέλας. Δε με ενδιέφερε εξάλλου. Μόνο κάτι μαύρα, μακριά μαλλιά είδα και θα είχα απασχολήσει αμέσως τη σκέψη μου με κάτι άλλο, αν το βλέμμα μου δεν έπεφτε στο χέρι της. Το χέρι της. Μπορεί να κοιτούσα αυτό το χέρι μέχρι το τέλος της διαδρομής, δε θυμάμαι. Ένα χέρι γεμάτο ουλές. Χαρακιές στο δέρμα, που το λευκό τους χρώμα προδίδει την ηλικία τους. Έχει περάσει καιρός από τότε που το δέρμα της χαράχτηκε από αυτές τις γραμμές.

Συχνά πιάνω τον εαυτό μου να αναζητάει τις ιστορίες αγνώστων. Κάποιος περνάει δίπλα μου στο φανάρι κι αναρωτιέμαι γιατί είχε αυτό το σκοτάδι στο πρόσωπό του ή γιατί είναι χαμογελαστός ή γιατί βιάζεται τόσο και τρέχει. Φυσικά ποτέ δεν υπάρχει απάντηση και την επόμενη στιγμή σκέφτομαι κάτι άλλο, συνεχίζοντας απερίσπαστη το δρόμο μου.

Το χέρι της κοπέλας μπροστά μου, της κοπέλας που δεν είδα καν το πρόσωπό της, με έκανε πάλι αδιάκριτη. Για όσα λεπτά καθόταν μπροστά μου, αναρωτιόμουν για αυτές τις ουλές. Όχι, δεν είναι η πρώτη φορά που βλέπω σημάδια στο δέρμα. Αυτά τα σημάδια, όμως, τα κοίταξα με επιμονή. Τα κοίταξα τόσο έντονα, που άνοιξαν ένα λευκό πανί μπροστά μου και πάνω του προβλήθηκε σαν ταινία σε fast forward όλη η ζωή της κοπέλας που δεν είδα το πρόσωπό της. Είδα από πού ήρθε. Είδα από πού έφυγε και πού είναι τώρα. Είδα τα δάκρυα που κύλησαν για κάθε μία από τις ουλές. Είδα τη σύσπαση του πόνου ανάμεσα στα φρύδια της, κάθε φορά που έπρεπε να υποστεί αυτή τη χαρακιά στο χέρι της. Κι ας μην είδα ποτέ το πρόσωπό της.

Θα μπορούσα να ορκιστώ ότι σχεδόν ένιωσα ένα νυστέρι να χαράσσει το δέρμα στο δεξί μου χέρι, καθώς το πανί ξεδίπλωνε την ιστορία της κοπέλας που δεν είδα το πρόσωπό της. Όμως όχι, θα ήταν ψέμα. Πώς θα μπορούσα να νιώσω αυτό που ένιωσε; Εκείνη το έζησε, ήταν εκεί κάθε φορά που κάποιο αρκούντως αιχμηρό αντικείμενο κατέστρεφε την ομοιομορφία του δέρματός της. Άραγε εκτός από πόνο, ένιωσε ποτέ κάτι διαφορετικό στο δεξί της χέρι;

Ασυναίσθητα άγγιξα το δεξί μου χέρι, ναι, αυτό δεν είναι πόνος. Δε νιώθω το μέταλλο να μου σκίζει το δέρμα, νιώθω τα δάχτυλά μου, απαλά και παγωμένα, ίσως λίγη υγρασία. Το χέρι μου έχει μνήμη. Όπως και το μυαλό μου. Όπως και οι αισθήσεις μου. Όπως και οι αισθήσεις της κοπέλας που δεν είδα το πρόσωπό της. Ξέρω πως κανείς δε χάραξε ποτέ το χέρι μου με πόνο. Εκείνη ξέρει πώς είναι το κάψιμο του πόνου στο χέρι της. Τι σχέση έχω εγώ με τις μνήμες της; Πώς μπορώ να νιώσω ό,τι έχει νιώσει; Με ποιο δικαίωμα παρακολουθώ την ιστορία της στο λευκό πανί, εφόσον αυτή είναι τόσο μακριά από τη δική μου;

Κάποτε το χέρι εξαφανίζεται από το οπτικό μου πεδίο. Έστρεψα το βλέμμα αλλού ή η μπροστινή θέση άδειασε, δε θυμάμαι. Η σκέψη μου θολώνει. Οι συνειρμοί, οι εικόνες, οι μνήμες ανακατεύονται και προκαλούν τρικυμία. Ένα ρίγος με διαπερνάει, καθώς βλέπω μπροστά μου όλες τις ιστορίες πόνου – γνωστών ή άγνωστών μου ανθρώπων – που κατά καιρούς έχω απωθήσει κάπου μέσα στο δαίδαλο του μυαλού μου. Ταράζομαι, δυσανασχετώ, το αιώνιο «γιατί» πλημμυρίζει το κεφάλι μου και ίσως μερικές φλέβες, γιατί νιώθω στους κροτάφους μου την πίεση ανυπόφορα μεγάλη.

Τι μπορώ να νιώσω από τις ιστορίες τους; Τι μπορώ να γνωρίζω από τον πόνο τους; Εγώ έχω μονάχα ζεστά αγγίγματα να θυμάμαι στο δέρμα μου. Θυμάμαι τη ζεστασιά αυτή, αλλά την κρύα λάμα του πόνου στο δέρμα της κοπέλας που δεν είδα το πρόσωπό της δεν την αναγνωρίζω, δεν την ξέρω, δεν την ένιωσα ποτέ.

Κι ύστερα η ζωή συνεχίζεται. Το «γιατί» τραβιέται στην άκρη, κάποια νέα σκέψη παίρνει θέση και μια καινούρια ιστορία καθημερινής τρέλας ξεκινάει. Κι εγώ παίρνω μια ανάσα, συνεχίζω το δρόμο μου, κάνω τις δουλειές μου κι επιστρέφω σπίτι μου. Απαγορεύω στη σκέψη μου να ξαναγυρίσει. Απαγορεύω στο μυαλό μου να με πάει πάλι εκεί. Είναι πια προχωρημένο απόγευμα. Όμως, το μυαλό μου ποτέ δε με ρώτησε πού θα πάει. Όσο και να του κλειδώνω τις πόρτες, αυτό ξεγλιστράει κι οδεύει εκεί που θέλει. Όσο και να το κυνηγάω να το προφτάσω, πάντα έρχομαι δεύτερη.

Ίσως οι ουλές της κοπέλας που δεν είδα το πρόσωπό της μεταμόρφωσαν έναν από εκείνους τους ψιθύρους σε δυνατή και ευδιάκριτη φωνή. Κι αφού αυτή η φωνή έφτασε πρώτη από το κεφάλι μου στο χέρι μου, τότε μάλλον μπορώ να μου συγχωρήσω την αδιακρισία μου να κοιτάξω την ιστορία της στο λευκό πανί. Δεν ένιωσα τον πόνο της. Αλλά χάρη σε κείνη μόλις ξερίζωσα ένα κομματάκι μου ακόμη, για να το τοποθετήσω σε ένα δικό μου λευκό πανί.

Σας ακούω. Ευτυχώς.

What do you think?

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.