Εμείς

By elena, February 12, 2015

«…δεν αμφισβητώ το γεγονός ότι κάθε άνθρωπος διαμορφώνει την προσωπικότητά του από εξωγενείς παράγοντες, όπως ερεθίσματα, ακούσματα, αναγνώσματα, αλλά και από την ένταξη σε κοινωνικές ομάδες, από την οικογένεια, το σχολείο, έως την εκκλησία ή μία ομάδα μπάσκετ. Όχι απλά δεν το αμφισβητώ, αλλά το θέτω και σαν βάση για περαιτέρω σκέψη. Προσωπικά, θεωρώ ότι ένας πολύ σημαντικός παράγοντας για τη διαμόρφωση της προσωπικότητας είναι οι διμερείς σχέσεις. Η φιλία με κάποιο άτομο, ο έρωτας με κάποιο άτομο, ο χωρισμός από αυτό, είναι περιστατικά που σε ακραίες συνθήκες μπορούν να αλλάξουν εντελώς την ψυχοσύνθεση ενός ατόμου. Και κάπου εδώ μπαίνει η λογική του «εμείς». Η στιγμή που το άτομο παύει να δρα σαν μονάδα και εντάσσεται πια στην έννοια του «εμείς», είναι η ύψιστη στιγμή της μετουσίωσης της μονάδας σε δυάδα. Όταν ξεκινάς να νοιάζεσαι και για το άλλο μέρος αυτής της σχέσης, να παραμερίζεις τις δικές σου ανάγκες για το καλό του άλλου μέρους, να κάνεις θυσίες για εκείνο, τότε ισορροπείς στο μεταίχμιο μεταξύ του «εγώ» και του «εμείς». Χωρίς να βάζουμε ταμπέλες σε αυτό το «εμείς», αποδεχόμαστε το γεγονός ότι όλα αλλάζουν, άρα και εμείς μπορούμε ανά πάσα στιγμή να αλλάξουμε. Η μονομερής αλλαγή, δηλαδή του ενός μόνο ατόμου, δημιουργεί ανισορροπίες στη σχέση, καθώς αλλάζει τη μέχρι πρότινος σταθερή δυναμική της. Με δεδομένο ότι η σχέση ταλαντεύεται, κάπου εκεί τα μέρη της βρίσκονται σε ένα ακόμα μεταίχμιο, αυτό του «εμείς κάπως αλλιώς» και του «όχι εμείς». Αυτό το σημείο είναι καθοριστικό : αποδέχεσαι την πιθανή αλλαγή της παγιωμένης μέχρι πρότινος κατάστασης και ρισκάρεις για το μετά με μοναδικό δεδομένο ότι ο άλλος πια είναι κάτι άλλο από αυτό που ήξερες, ή απλά το αφήνεις να παγώσει σιγά σιγά με το χρόνο και εν τέλει να φτάσεις στο σημείο «βουδισμού», ήτοι το σημείο που ναι μεν το θυμάσαι, αλλά σε αφήνει πια αδιάφορο και κενό συναισθημάτων…;»

Αυτό, λοιπόν, ήταν ένα κείμενο σε εισαγωγικά . Τα εισαγωγικά χρησιμοποιούνται είτε όταν μιλάει κάποιος, είτε όταν γενικά γίνεται μία παράθεση φράσεων από κάποιο άλλο κείμενο. Η χρήση των εισαγωγικών σε αυτό το κείμενο δεν εντάσσεται σε καμία από τις δύο κλασσικές περιπτώσεις που προανέφερα : είναι δικές μου σκέψεις,  δεν αποτελούν παράθεση από κάποιο άλλο κείμενό δικό μου ή άλλου, αλλά επέλεξα το παραπάνω κείμενο να μπει σε εισαγωγικά επειδή ξεφεύγει πολύ από τον πραγματικό τρόπο με τον οποίο θα ήθελα να εκφραστώ για αυτό το θέμα.

Η λογοτεχνική, ιδεατή, γλαφυρή,μεταφορική και εν τέλει προσωπική θέαση του συγκεκριμένου θέματος, έχει ως εξής :

Είμαι εγώ, είσαι εσύ, πριν γνωριστούμε ήμασταν κάποιοι άλλοι, αλλά από τη μέρα που γνωριστήκαμε γίναμε, αναπόφευκτα και αναπόδραστα, ένα «εμείς». Δημιουργήσαμε τον δικό μας μικρόκοσμο και αποφασίσαμε να κλειστούμε μέσα σ’ αυτόν και να φτιάξουμε μία δική μας πόλη : μία πόλη που τα δισκοπωλεία πουλάνε τη μουσική που εμείς ακούμε, τα σινεμά προβάλλουν τις ταινίες που εμείς βλέπουμε, τα μαγαζιά σερβίρουν το κρασί που εμείς πίνουμε, η τηλεόραση δείχνει τις σειρές που εμείς παρακολουθούμε, οι δρόμοι είναι ασφαλείς γιατί εμείς τους περπατάμε, ο ήλιος είναι φωτεινός και η θάλασσα γαλάζια γιατί εμείς τα αντικρίζουμε.

Και ας είμαστε κάτι, ας είμαστε τίποτα, ας είμαστε οτιδήποτε.

Και αν σε έχω δει να αλλάζεις, και αν με έχεις δει να αλλάζω, και αν σε έχασα για λίγο, και αν με έχασες και εσύ, «εμείς» είμαστε ακόμα στην ίδια πόλη, τη δική μας πόλη. Γιατί κάθε πόλη είναι ένας ζωντανός οργανισμός, αυτάρκης, αυτόνομος και αέναα μεταβαλλόμενος, και σ’ αυτή η πόλη που φτιάξαμε μαζί, ακόμα και αν κάποιος από εμάς φύγει, όλα όσα χτίσαμε στον μικρόκοσμό μας θα μείνουν εκεί, στέρεα και ακέραια. Το κενό που δημιουργείται από την απουσία του άλλου δεν μπορεί να συμπληρωθεί από κανέναν άλλον, γιατί, με δεδομένη τη μοναδικότητα που έχουμε ως άτομα, όποιος προσπαθήσει να ενταχθεί σε αυτόν τον έτοιμο μικρόκοσμό μας, είναι αδύνατον να προσαρμοστεί σε όλα όσα είναι ήδη εκεί –γιατί, πολύ απλά, δεν είναι δικά του δημιουργήματα. Επομένως, το «εμείς» μας θα κατοικεί για πάντα στην πόλη που χτίσαμε, προστατευμένο από πολιορκητές και κατακτητές πίσω από τα τείχη των στιγμών που ζήσαμε μαζί.

«Παντρεύοντας» τα δύο μέρη του κειμένου, τον ρεαλισμό-λογική με τη γλαφυρότητα-συναίσθημα, καταλήγω να σκέφτομαι το εξής : όταν μία σχέση, οποιουδήποτε είδους και ανεξαρτήτως ταμπέλας, δοκιμαστεί μέσα στο χρόνο, αντιμετωπίσει καταστάσεις συναισθηματικές και εμπειρικές, καλωσορίσει τις αλλαγές και προσαρμοστεί σε αυτές,  τότε αυτή η σχέση έχει τη δική της ταυτότητα πια: «εμείς».

Και τι είναι όλα αυτά; Σκέψεις, σκέψεις, τίποτα παραπάνω. Πάντως, είναι τόσο όμορφη η πόλη μας… *

https://www.youtube.com/watch?v=5JKKUxmVzeM

**Φώτο : Θεσσαλονίκη, Μάιος 2012

What do you think?

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.