Αστερόσκονη

By elena, November 30, 2014

Το οικείο συναίσθημα που πλανάται στον αέρα κάθε φορά που ξεκινάει μία ιστορία- το συναίσθημα ότι στο τέλος τα πράγματα δεν θα πάνε καθόλου καλά, αυτό ακριβώς προσπαθούσα να αποβάλλω – μάταια. Ο Δεκέμβρης μπήκε με υψηλές για την εποχή θερμοκρασίες – ένα καλοκαίρι καταμεσής του χειμώνα που με τίποτα δεν θύμιζε τα Χριστούγεννα που ερχόντουσαν τελικά μόνο ημερολογιακά. Η κρύα μπύρα άφηνε στρόγγυλους κύκλους από σταγόνες νερού πάνω στο ξύλινο μπαρ κάθε φορά που τη σήκωνα για να πιώ μία γουλιά. Αποχαυνωμένη στις σκέψεις, νοσταλγώντας έναν Ιούλιο και αναλογιζόμενη για το μετά, είχα επισήμως χαθεί μέσα στο ίδιο μου το μυαλό. Βαδίζοντας σε μονοπάτια που καιρό τώρα απέφευγα, αρνούμενη ότι υπήρχαν ,προσπαθούσα να διώξω τα άγρια ακανθώδη κλαδιά που μου κλείνανε το δρόμο. Νόμιζα πώς τα είχα ξεριζώσει όμως αυτά φύτρωσαν πάλι –τελικά το μόνο που είχα καταφέρει ήταν να τα παραμερίσω λίγο. Το πράσινο χρώμα του γυάλινου μπουκαλιού είχε καταφέρει να κερδίσει όλη μου την προσοχή. Ασυνάρτητες σκέψεις παρήλαυναν μπροστά μου, με την ανασφάλεια να κερδίζει έδαφος κάθε λεπτό που περνούσε.

«Ναι, μιλάω γι’ αυτό. Ξέρεις, αυτό που αρνείσαι επίμονα να αφήσεις κάποιον να φύγει από τη ζωή σου. Ενώ πρέπει. Εσύ όμως αρνείσαι πεισματικά, στυλώνεις κάτω τα πόδια και κρατάς αντίσταση. Πρέπει να τον αφήσεις να φύγει .Όχι. Τι κάνεις, τι έχεις πάθει, άσε τον εγωισμό σου στην άκρη, δεν είσαι θεός, δεν μπορείς να τους ελέγχεις όλους, δεν μπορούν όλοι να μείνουν μαζί σου μέχρι τέλους. Ο δρόμος που διάλεξες έχει αυτές τις παράπλευρες απώλειες, άστο, φύγε, αποδέξου τες επιτέλους, στο ξαναλέω, πιές τη μπύρα και φύγε, ο εαυτός σου είναι το μόνο πράγμα που μπορείς να ελέγξεις, κανένας άλλος –πλέον όμως δεν είσαι σίγουρη ούτε γι ‘αυτό, φύγε.

Δεν φεύγεις ε; Δεν έχεις σημασία, κατάλαβέ το. Ακόμα και αν εσύ επιλέξεις να μείνεις, ο κόσμος στη ζωή σου θα έρθει και θα φύγει χωρίς να το ελέγχεις εσύ- μα σκέψου ήδη πόσους ανθρώπους γνώρισες και χάθηκαν όσο περνούσαν τα χρόνια. Όμως τώρα κάτι σε κάνει να πιστεύεις ότι είναι κάτι διαφορετικό, το νιώθεις βαθιά μέσα σου ότι πρέπει να περάσει το δικό σου, πρέπει να καταφέρεις να ελέγξεις και τα συναισθήματα του άλλου, πρέπει να τον κρατήσεις κοντά σου.

Ποιος ξέρει γιατί σκέφτεσαι έτσι. Τι έχεις πάθει; Με φοβίζεις.

Ίσως αν υπάρχει αυτό που λέμε έκτη αίσθηση ,να είναι αυτό ακριβώς το πράγμα. Το συναίσθημα ότι συγκεκριμένοι άνθρωποι με ψυχές πλασμένες από αστερόσκονη και χρυσάφι, πρέπει να μείνουν στη ζωή σου. Να τους ελέγξεις, σου είπα, δεν μπορείς. Γιατί το πόσο πολύτιμοι είναι, ορίστηκε από σένα και μόνο, τη στιγμή που αποφάσισες να τους εξυψώσεις σε αστέρια στον δικό σου ουρανό. Κι όπως τα αστέρια δεν είναι τίποτα άλλο παρά σκόνη, που όταν έρθει το πρώτο φώς του ήλιου χάνουν το δικό τους, αντιλαμβάνεσαι και μόνη σου πια ότι δεν μπορείς να ελέγξεις τα αστέρια και σίγουρα, όσο και αν το θέλεις, δεν μπορείς να παρατείνεις τη νύχτα.

Ο μόνος τρόπος, λοιπόν, είναι να τους αποκαθηλώσεις από τον ουρανό, άρα να πάψουν να είναι αστέρια. Εσύ τους ανέβασες εκεί, εσύ πρέπει και να τους κατεβάσεις. Αν το κάνεις αυτό, υπάρχει μία περίπτωση- μικρή μεν, αλλά υπάρχει- αυτοι οι άνθρωποι-αστέρια να συνεχίσουν να λάμπουν στα χέρια σου, χωρίς να εξαρτώνται από κανένα φως, κανενός ήλιου. Ξέρεις τι σημαίνει αυτό; Ότι ήταν πράγματι αστέρια, πριν καν τα ανυψώσεις εσύ στον ουρανό σου ώστε να πάρουν το φώς του ήλιου σου. Ήταν αστέρια που αποφάσισαν να λάμπουν μόνο στα δικά σου χέρια, αυτόφωτα, λαμπερά, ζεστά, δικά σου, ολόδικά σου. Πόσο τυχερή θα είσαι αν συμβεί αυτό…»

Περασμένες τρείς ,η ετικέτα της μπύρας είχε ξεκολλήσει από το μπουκάλι .Ο καπνός ήταν πολύς και η ζέστη έκανε την ατμόσφαιρα αποπνικτική. Η μουσική στο μπαρ συνέχιζε να παίζει μέσα σε μία νύχτα που οι μόνοι ήχοι για μένα ήταν οι λέξεις που χόρευαν στην πίστα του κουρασμένου μου πια μυαλού, ακολουθώντας το ρυθμό των μπερδεμένων σκέψεών μου. Έπρεπε να βγω έξω. Άφησα τα λεφτά δίπλα στο άδειο μπουκάλι που τόση ώρα με συντρόφευε και μηχανικά οδήγησα τον εαυτό μου προς την πόρτα. Έξω, η σιωπή ακουγόταν πιο πολύ από όσο φανταζόμουν. Όπως είπα, έμπαινε Δεκέμβρης, η νύχτα όμως θύμιζε Ιούλιο. Ασυναίσθητα -ή και όχι, το βλέμμα μου στράφηκε ψηλά. Ο ουρανός ήταν γεμάτος αστέρια – ήμουν σχεδόν βέβαιη ότι θα δυσκολευόμουν να βρώ αυτό που εγώ ανέβασα εκεί ψηλά, όμως έπρεπε να το κατεβάσω –ήμουν αποφασισμένη .Ήθελα πάρα πολύ να δω αν θα έλαμπε στα χέρια μου ή αν απλά θα ήταν μία σκονισμένη πέτρα. Ήθελα πάρα πολύ να το μάθω.

*Φώτο : Θεσσαλονίκη , Νοέμβρης 2014

What do you think?

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.