Βυθός

By elena, October 10, 2015

Τα βήματά μου αφήνουν σημάδια στην άμμο. Η παραλία άδεια, έρημη, είναι πια Οκτώβρης. Πλησιάζω δίπλα στη θάλασσα, παρατηρώ ότι δεν έχει κύμα. Οι ακτίνες του ήλιου ζεσταίνουν το φθινοπωρινό μεσημέρι και αντανακλώνται στην ήρεμη επιφάνεια του νερού. Απομακρύνομαι και βγάζω τα παπούτσια μου και το φόρεμά μου. Το λευκό χρώμα του μαγιό έρχεται σε αντίθεση με τη μαυρισμένη από το καλοκαίρι επιδερμίδα, η οποία σιγά σιγά αρχίζει να ξεθωριάζει, με το χρυσαφί της χρώμα να δίνει μέρα με τη μέρα τη θέση του στις χλωμές αποχρώσεις του χειμώνα. Ο ήλιος του Οκτώβρη χορεύει επάνω στο δέρμα μου χωρίς όμως πια να μου αφήνει άλλα σημάδια. Φτάνω κοντά στη θάλασσα και κάνω διστακτικά τα πρώτα μου βήματα μέσα στο νερό. Ένα κύμα ψύχους ξεκινάει από τα ακροδάχτυλα μου και εξαπλώνεται σε όλο μου το σώμα. Προχωράω δύο βήματα ακόμα, τώρα το νερό φτάνει στα γόνατά μου. Αρχίζω να συνηθίζω στο κρύο σιγά σιγά, οπότε ακόμα πιο αποφασιστικά συνεχίζω να βυθίζω ένα ένα τα σημεία του κορμιού μου κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας. Σύντομα έχω προχωρήσει αρκετά μέσα στο νερό, με τα πόδια μου να ξεκολλούν σταδιακά από την ασφάλεια της άμμου και μαζί με τα χέρια, να αποκτούν πλέον ρόλο καπετάνιου στην πορεία μου προς τα βαθιά. Δεν κρυώνω πια, γιατί το σώμα μου προσαρμόστηκε γρήγορα. Τα μαλλιά μου ακουμπούν στους βρεγμένους ώμους μου και καθώς στρέφω το κεφάλι μου τα βλέπω να κολυμπάνε γύρω μου και να επιπλέουν στον αφρό που αφήνουν πίσω μου οι κινήσεις των χεριών μου.

Παίρνω μια βαθιά ανάσα και βυθίζομαι αργά. Ανοίγω τα μάτια και βλέπω γύρω μου θολά, μα σιγά σιγά συνηθίζω και αποφασίζω να εξερευνήσω τον βυθό. Κολυμπάω προς τον πάτο της θάλασσας και καθώς πλησιάζω αρχίζω να διακρίνω μεγάλες πέτρες, κοράλλια και αχινούς, μικρά ψάρια σε σχηματισμούς και κοχύλια κρυμμένα κάτω από την άμμο. Εκεί, δίπλα σε έναν ασημένιο από το φως του ήλιου βράχο, βλέπω ένα λευκό κοχύλι, κλειστό ακόμα, σαν κομμάτι από κάποιον μυστικό θησαυρό, σαν να έκλεινε μέσα του όλα τα χρυσαφικά του κόσμου, σαν να ήταν ότι πιο πολύτιμο υπήρχε μέσα στον βυθό. Κολυμπάω πιο γρήγορα προς το μέρος του νιώθοντας την ανάσα που είχα πάρει να με εγκαταλείπει σιγά σιγά. Το θέλω όμως, και το θέλω πολύ και είμαι αποφασισμένη να το κάνω δικό μου, να το φέρω στην επιφάνεια, να το βγάλω στο φως, να το τυλίξουν οι ακτίνες του ήλιου, να το ανοίξω και να μάθω τα μυστικά του, να το κρατήσω στα χέρια μου και να είναι για μένα το πιο πολύτιμο λάφυρο που απέκτησα ποτέ. Είμαι τόσο κοντά στο να το αγγίξω, τόσο κοντά στο να το κλείσω σφιχτά στο χέρι μου και σαν άλλο τρόπαιο να το υψώσω ψηλά, έξω από το νερό. Μα κουράζομαι και το οξυγόνο μου τελειώνει, και το κοχύλι είναι τελικά πιο βαθιά, πιο μακριά από όσο είχα υπολογίσει.

Δεν το φτάνω και έχω ήδη αρχίσει να εκπνέω το οξυγόνο που κρατούσα μέσα μου, βλέποντας γύρω μου τις φυσαλίδες να ανεβαίνουν προς τα επάνω.

Δεν το φτάνω και έχω ήδη αρχίσει να νιώθω τη δύναμή μου να με εγκαταλείπει, νιώθοντας ένα βάρος στο στήθος.

Δεν το φτάνω και έτσι αφήνω τη δύναμη της θάλασσας να ανυψώσει το σώμα μου προς στην επιφάνειά της, σαν ένας ακόμα ηττημένος πολεμιστής που δεν μπόρεσε να κατακτήσει αυτό για το οποίο ξεκίνησε.

Ανοίγω τα μάτια μου και το πρώτο πράγμα που κάνω είναι να πάρω μια μεγάλη ανάσα. Το φως του ήλιου είναι πιο αχνό τώρα καθώς τα σύννεφα έχουν αρχίσει να θολώνουν τον ουρανό. Ξαπλώνω ανάσκελα και αφήνω το θαλασσινό νερό να κρατήσει το σώμα μου σε απόλυτη ισορροπία. Οι ακτίνες του ήλιου συνεχίζουν να με ζεσταίνουν χωρίς να με καίνε, αλλά η μόνη μου σκέψη είναι ότι δεν απέκτησα αυτό που τόσο πολύ ήθελα. Το κοχύλι έμεινε εκεί, στον πάτο της θάλασσας, να βασιλεύει με την ομορφιά του σε ολόκληρο τον βυθό, απόρθητο κάστρο για κάθε δύτη, έτοιμο να αντέξει κάθε πολιορκία. Η θέση του ήταν εκεί, μακριά μου, και ίσως αυτό να ήταν και το πιο σωστό τελικά. Ίσως έξω από το νερό να μην έλαμπε τόσο. Ίσως εάν το κρατούσα στα χέρια μου να το έσπαζα κατά λάθος. Ίσως στο ράφι του σπιτιού μου να γέμιζε απλά σκόνη και να ήταν ένα ακόμη άχρηστο διακοσμητικό. Με αυτές τις σκέψεις αρχίζω να κολυμπάω προς την ακτή. Έχει πια συννεφιάσει, πράγμα όχι περίεργο για τον ασταθή καιρό του Οκτώβρη. Ντύνομαι βιαστικά και μένω να κοιτάζω τη θάλασσα. Απέραντη, μυστηριώδης, γεμάτη θησαυρούς καλά κρυμμένους στον σκοτεινό βυθό της. Φεύγω χαμογελώντας, γιατί ήμουν τυχερή που κατάφερα να δω έναν θησαυρό από τόσο κοντά.

Και ας μην έγινε ποτέ δικός μου.

*Φωτό: Ν. Μαρμαράς, Ιούλιος 2013

**

Share on FacebookTweet about this on TwitterShare on TumblrShare on RedditPin on PinterestShare on Google+

What do you think?

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *