To σπίτι με τους καθρέπτες

By George, September 29, 2015

Μια πόρτα κλείνει πίσω μου με ένα μαλακό γδούπο, βυθίζοντάς με στο σκοτάδι. Βρίσκομαι σ’ένα στενό χωλ, το ξέρω γιατί ήταν το μόνο που κατάφερα να δω από το χώρο πριν οι σκιές καταπιούν το φως της ημέρας. Μετά από λίγα δευτερόλεπτα στο απόλυτο σκοτάδι, το περίγραμμα μιας αψίδας φωτίζεται, υποδεικνύοντας το τέλος του διαδρόμου. Το φως είναι ένα αρρωστημένο μπλε, κρύο και αχνό. Δεν είναι σε καμία περίπτωση αρκετά δυνατό για να φωτίσει τα δέκα μέτρα που με χωρίζουν από αυτήν. Έχει σχεδιαστεί ώστε να φωτίζει αμυδρά μόνο τον τοίχο στο βάθος του διαδρόμου, ακριβώς κάτω από την αδιέξοδη αψίδα. Αφού τα μάτια μου προσαρμόζονται λίγο στο σκοτάδι, περπατώ προς το φως, διστακτικά. Οι κατασκευές αυτές, όπως αυτό εδώ το σπίτι με τους καθρέπτες, έχουν φτιαχτεί για να σε τρομάζουν σε κάθε σου βήμα.

Φτάνω στο τέλος του χωλ χωρίς εκπλήξεις και στρέφομαι γύρω μου, αναζητώντας διαφυγή. Γυρνώντας δεξιά, βλέπω το είδωλό μου να με κοιτά στα μάτια, μέσα σε έναν καθρέπτη. Οι μικρές λάμπες γύρω από την αψίδα ρίχνουν τη σκιά μου πίσω, προς το διάδρομο που μόλις περπάτησα. Αριστερά μου, υπάρχει μόνο ο γκρι, τσιμεντένιος τοίχος. Νιώθω πως κάτι έχασα, δεν εξηγείται αλλιώς: Δεν μπορεί να μην υπάρχει διέξοδος. Απλώνοντας το χέρι μου προς το είδωλό μου, καταλαβαίνω με έκπληξη πως δεν υπάρχει καθρέπτης εκεί, αλλά μια εσοχή. Ο καθρέπτης είναι βαθύτερα, αλλά είναι μεγεθυντικός, δίνοντας την εντύπωση οτι το είδωλό μου είναι κοντά και μου φράζει το δρόμο. Έξυπνο, σκέφτομαι. Μπαίνοντας στην εσοχή, γυρίζω δεξιά μου. Ένα καινούριο, μεγάλο χωλ απλώνεται μπροστά μου, παράλληλα με αυτό που ήρθα. Έχει καθρέπτες στους τοίχους, το πάτωμα και την οροφή.

Μέχρι τώρα, έχω προσανατολισμό και γνωρίζω το στόχο μου. Βγες από το λαβύρινθο.

Ακριβώς πίσω μου υπάρχει λίγο ακόμη χωλ με καθρέπτες, αλλά δεν υπάρχει πουθενά έξοδος ή στροφή: αυτή τη φορά το ελέγχω ακουμπώντας με το χέρι μου κάθε ένα από τα κρύα αυτά τζάμια. Δεν θα την πατήσω ξανά με κάποια οφθαλμαπάτη. Αρχίζω να περπατάω δεξιά, προς την προβολή του ειδώλου μου στον καθρέπτη που βρίσκεται στο βάθος του καινούριου χωλ, ώσπου που το κεφάλι μου χτυπάει δυνατά πάνω σε ένα διαφανές τζάμι. Καταλαβαίνω πως είναι αδύνατο να φτάσω στο είδωλό μου: Είναι παγιδευμένο ανάμεσα σ’ενα κάτοπτρο κι ένα γυαλί. Ο μόνος τρόπος για να το ελευθερώσω είναι να ελευθερωθώ εγώ, να φύγω από το σημείο εκείνο. Τα περιγράμματα των καθρεπτών φωτίζονται από διάφορα φώτα γεωμετρικά τοποθετημένα, και πολλαπλασιάζονται ανεξέλεγκτα κάθε φορά που οι ακτίνες συναντούν ένα μια καινούρια γυαλιστερή επιφάνεια.

Νιώθω ότι επιπλέω· Πατάω πάνω στα παπούτσια ενός άλλου, ανεστραμμένου μου ειδώλου. Μα πόσα είναι τελικά; Κοιτάω κάτω και κάνω ένα βήμα. Αμέσως καταλαβαίνω το λάθος μου. Το είδωλο που με στηρίζει από το να πέσω στο αυτοαναφορικό κενό σηκώνει το πόδι του όπως και εγώ, και στη στιγμή νιώθω ότι θα πέσω. Το αίσθημα της ανισορροπίας με κατακλύζει και απλώνω ενστικτωδώς το χέρι μου στον τοίχο· Το φιλικό είδωλο του πλαϊνού καθρέπτη απλώνει το χέρι του και το κολλάει στο δικό μου, στηρίζοντάς με μέχρι να βρω την ισορροπία μου.

Το σκηνικό έχει αρχίσει να αλλάζει. Όσο προχωράω, οι καθρέπτες ολοένα και χάνουν την κανονικότητά τους. Το σχήμα τους, το επίπεδό τους και η κυρτότητά τους αλλάζει συνεχώς, παραμορφώνοντας το χώρο και τα είδωλά μου με τους πιο τρομακτικούς, απρόσμενους και περίεργους τρόπους. Ο περιβάλλων φωτισμός έχει αρχίσει πια να συγκλίνει σε ένα βαθυκόκκινο χρώμα, όπως αυτό που είχαν παλιά οι φωτογράφοι στους σκοτεινούς θαλάμους τους. Χώνομαι σε μια εσοχή, προσπαθώντας να βρω ένα μέρος για να κινηθώ. Πόσο δύσκολο μπορεί να είναι; Συνειδητοποιώ ότι το αίσθημα του προσανατολισμού μου έχει χαθεί προ πολλού, καθώς απορροφήθηκα από μικρές, ασήμαντες λεπτομέρειες του χώρου που ήταν αρκετές για να με κάνουν να μην έχω πλέον ιδέα για το προς τα που πρέπει να κινηθώ. Το αίσθημα του πανικού έχει αρχίσει να αναδεύεται μέσα μου, ενώ τα είδωλά μου με κοιτάνε κοροϊδευτικά. Πλέον, έχω αρχίσει να αμφιβάλλω για το αν είναι τα δικά μου είδωλα αυτά, αν είμαι εγώ αυτός που δείχνουν οι καθρέπτες.

Φτάνω σε ένα δωμάτιο περίεργου σχήματος, μάλλον επτάγωνου ή εξάγωνου. Κάθε τετραγωνικό εκατοστό των επιφανειών γύρω μου είναι καθρέπτες. Νιώθω πως έχω χάσει και την αίσθηση του χρόνου, χωρίς να είμαι καθόλου, καθόλου κοντά στο να βρω την έξοδο. Τα είδωλά μου ακολουθούν απρόβλεπτες πορείες όσο κινούμαι στο δωμάτιο και κοιτώντας τα, με πιάνει ναυτία. Γονατίζω και ύστερα ξαπλώνω στο πάτωμα ανάσκελα, με κλειστά μάτια, περιμένοντας να υποχωρήσει η τάση μου για εμετό.

Όταν ανοίγω τα μάτια μου, το είδωλό μου έχει κατακερματιστεί. Τα χέρια μου ξεπροβάλλουν από τα πιο απρόσμενα σημεία, τα πόδια μου φαίνονται ασύμμετρα και κοντά ενώ ο κορμός μου έχει λυγίσει σε μια αφύσικη γωνία. Καταλαβαίνω πως βρίσκομαι μέσα σε ένα γιγάντιο καλειδοσκόπιο, αλλά μου είναι αδύνατο να ανασυγκροτήσω τον παραμορφωμένο, σπασμένω και τσαλακωμένο μου εαυτό, που μοιάζει με παρωδία ενός πίνακα του Πικάσσο. Πώς θα σηκωθώ; Πότε; Ο στόχος παραμένει, αλλά δεν βρίσκομαι ούτε ένα εκατοστό κοντύτερα:

Βγες από το γαμημένο το λαβύρινθο.

Share on FacebookTweet about this on TwitterShare on TumblrShare on RedditPin on PinterestShare on Google+

Δείτε επίσης

Copyright © 2015. All Rights Reserved.

What do you think?

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *