Στον Κ

By haritini, December 6, 2015

Στο νικημένο μου ξεφτέρι.

Ανήκω σε αυτήν την κατηγορία των ανθρώπων που σε κάποια φάση της ζωής τους πίστεψαν ότι ο κόσμος σίγουρα θα αλλάξει, γιατί πρέπει να αλλάξει. Αυτή η φάση της ζωής μου δεν έχει περάσει ακόμη κι ίσως να μην περάσει ποτέ, γιατί έχω την αίσθηση ότι οι άνθρωποι αυτής της κατηγορίας κατά βάθος παραμένουν αιώνια ερωτευμένοι με τα όνειρα και τις ελπίδες της αθεράπευτα ρομαντικής ψυχής τους. Έχω βαφτίσει αυτή τη φάση με το όνομα «ροζ συννεφάκι», αν και ο χαρακτηρισμός δεν ανήκει σε μένα κι επομένως δεν είμαι εγώ η πραγματική νονά. Όπως και να έχει, υπάρχει πάντα το ροζ μου συννεφάκι, στο οποίο κατά καιρούς επιβιβάζομαι και βρίσκομαι να ταξιδεύω στους καταγάλανους ουρανούς των προσδοκιών μου για έναν ομορφότερο κόσμο. Κι άλλες πάλι φορές παρκάρω το συννεφάκι μου στο λιμάνι του ωμού ρεαλισμού, μέχρι την επόμενη στιγμή που τα ονειρικά νικούν τα υπαρκτά.

Αναρωτιέμαι κάποιες φορές τι ένιωθε ο Κεμάλ. Στους όρκους που έδινε ότι οι καιροί θα αλλάξουν, να υπήρχε μία στιγμή που το βλέμμα του σκοτείνιαζε από την αμφιβολία; Δε μπορεί να μη δίστασε ποτέ, δε μπορεί να μην έχασε λεπτό την πίστη του στις δυνάμεις του. Όση κι αν ήταν η ορμή που πυροδοτούσε τα βήματά του, όση κι αν ήταν η θέληση που φλόγιζε τα μάτια του, θα υπήρξε έστω μία στιγμή που ένιωσε τα χέρια του πολύ σφιχτά δεμένα πίσω στην πλάτη του. Τόσο που κάθε προσπάθειά του να αγκαλιάσει τα παιδιά της ερήμου τον έφερνε αντιμέτωπο με πιο σκληρά δεσμά.

Ξέρω πώς είναι να προσπαθείς μάταια να ελευθερώσεις τα χέρια σου, Κεμάλ. Έτσι νιώθω κι εγώ. Όχι επειδή δεν έχω τη δύναμη να αλλάξω τον κόσμο. Αυτό το αποδέχομαι κάποιες στιγμές και κάποιες άλλες μπαρκάρω με το ροζ συννεφάκι μου και με τα χέρια ελεύθερα ζωγραφίζω τους προορισμούς μου. Νιώθω έτσι, να ασφυκτιώ με τα δεμένα μου χέρια, επειδή δε μπορώ να αγκαλιάσω τα δικά μου παιδιά της ερήμου. Να νιώθεις πως δε μπορείς να κάνεις τίποτα για κάποιον που αγαπάς τόσο πολύ. Ναι, αυτό σε πνίγει. Ναι, πνίγομαι με αυτά τα σκοινιά κι ας ξέρω πως αδυνατώ να τα καταστρέψω.

Όποιος θέλει, αποδέχεται. Όποιος μπορεί, ξεχνάει. Κι όποιος αντέχει, κοιμάται. Δικά μου λόγια. Μα δε θα κάνω τίποτα από αυτά. Δε θέλω να αποδεχτώ ότι θα ζήσεις τα υπόλοιπά σου χρόνια αγέλαστος, σκοτεινός και πικραμένος, με το θυμό να εξουσιάζει τα συναισθήματά σου και την απογοήτευση να πνίγει ό,τι όμορφο γεννιέται μέσα σου. Δε θα αποδεχτώ ότι η ψυχή σου πάγωσε πια κι ότι από την πηγή της ζωής σου ρέει τώρα μόνο το στυφό νερό της συνήθειας. Δε θα τα αποδεχτώ αυτά, γιατί δε μπορώ να ξεχάσω. Σε θυμάμαι πριν καιρό, σε θυμάμαι κουρασμένο αλλά χαμογελαστό, θυμάμαι τα μάτια σου λαμπερά και ζωντανά, είχες και τότε τους δαίμονές σου, αλλά ήσουν πάντα πιο δυνατός και πιο επίμονος. Δε μπορώ και δε θέλω να ξεχάσω την παλιά σου εικόνα, την παλιά σου διάθεση κι εκείνο το φως που έλουζε την καρδιά και την ύπαρξή σου. Δεν αντέχω καν να κοιμάμαι ήσυχη, γιατί στα όνειρά μου επιστρέφεις έτσι, όπως ήσουν παλιά κι όπως θα ήθελα να είσαι ακόμη.

Όχι, στο έχω πει ότι δε δέχομαι αυτό που συμβαίνει κι ας μη μπορώ να κάνω τίποτα. Αυτό το σκοτεινό πράγμα ήρθε και κάθισε πάνω σου και πήρε τόση από την ενέργειά σου και πια έγινε κομμάτι σου, κομμάτι του χαρακτήρα σου και της ίδιας σου της ύπαρξης. Είναι πια εσύ και γι’ αυτό τα χέρια μου είναι τόσο σφιχτά δεμένα. Όποια προσπάθεια κι αν κάνω, καταλήγει να σου προσθέτει επιπλέον βάρος στον ήδη βαρυφορτωμένο σου ψυχισμό. Κι έτσι δε μπορώ να κάνω τίποτα για σένα που αγαπάω τόσο.

Μπορώ μόνο να συνεχίσω να πιστεύω ότι θα έρθει μια στιγμή που μια αχτίδα φωτός θα προβάλει και πάλι, έστω και ισχνή, έστω και θολή. Εσύ είσαι ο νονός που βάφτισες τις ρομαντικές μου ονειροπολήσεις «ροζ συννεφάκι» και πάντα μου υπενθύμιζες να προσέχω μην πέσω από κει πάνω. Προσέχω κι ίσως μια μέρα έρθεις να σε πάω βόλτα με το συννεφάκι μου. Από εκεί ψηλά θα σου δείξω τον Κεμάλ και θα σου πω «εσύ ήσουν κάποτε ο Κεμάλ κι αυτός ο κόσμος πρέπει να αλλάξει».

Θα δανειστώ τα λόγια του Ναζίμ Χικμέτ και θα συμφωνήσω. «Για μένα, το λοιπόν, το πιο εκπληκτικό, πιο επιβλητικό, πιο μυστηριακό και πιο μεγάλο, είναι ένας άνθρωπος που τον μποδίζουν να βαδίζει, είναι ένας άνθρωπος που τον αλυσοδένουνε». Μακάρι να βρω τη δύναμη να ελευθερώσω τα χέρια μου και να σπάσω τις αλυσίδες σου. Αυτές που σε εμποδίζουν να βαδίσεις.

Share on FacebookTweet about this on TwitterShare on TumblrShare on RedditPin on PinterestShare on Google+

What do you think?

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *