No man’s land

By Katerina, November 23, 2016

Νόμιζα ότι ζούσα στην Έρημη Χώρα του Έλιοτ. Νόμιζα ότι ζούσα ξεχασμένος στην μέση μιας ατέλειωτης παρτίδας σκάκι, ανάμεσα στη ζέστη που έβγαινε από το τζάκι και την υγρασία που κολλούσε στα παράθυρα όταν έξω χιόνιζε. Νόμιζα ότι μπορούσα να τυλίξω την καμπαρτίνα μου σφιχτά πάνω μου και να σφίξω τους επιδέσμους στον λαιμό και τα χέρια μου. Κι έτσι, νόμιζα ότι θα μπορώ να ανταπεξέλθω σε ό,τι έμπαινε μπροστά μου, με ένα ψαρωτικό χαμόγελο και μια ψαρωτική, εξτραβαγκάντε, τραγική κίνηση.

Θυμάμαι που ήταν συνέχεια δίπλα μου, με το μικρό του βιβλιαράκι, δεμένο με τα δερμάτινα λουριά που είχαμε βρει σε ένα άλλο παλιό, σκοροφαγωμένο βιβλίο κάπου στα αρχεία της Υπηρεσίας και τα είχε βγάλει με τόση προσοχή, λες και ήταν φτιαγμένα από χαρτί πεπαλαιωμένο, κιτρινισμένο, που αν τολμούσες να το τραβήξεις λίγο πιο δυνατά θα σκιζόταν και θα χανόταν ολόκληρη η ιστορία που κουβαλούσε πάνω του.

Πάντα έτσι ήταν.

Από την αρχή που τον γνώρισα και αρχίσαμε να συνεργαζόμαστε, μέχρι την πρώτη φορά που έσκυψε το κεφάλι του, ψιθυρίζοντας λέξεις βγαλμένες από τα κλασικά αγγλικά μυθιστορήματα που, πραγματικά, ποτέ δεν κατάλαβα πού έβρισκαν οι άλλοι εντυπωσιακό τον λυρισμό τους. Αλλά καθώς στεκόταν εκεί, με το κεφάλι σκυμμένο και το μικρό βιβλιαράκι να δεινοπαθεί από την δύναμη της παλάμης του, δεν θα μπορούσα ποτέ να του αρνηθώ το οτιδήποτε. Αν μπορούσε κανείς να αντιδράσει στην προσεχτικά φτιαγμένη προσωπικότητα μου, ήταν εκείνος. Δεν είχα δει κάποιον άλλο να θυμώνει τόσο συχνά στις μικρές παραστασούλες που σκαρφιζόμουνα για να ανταπεξέλθω σε αυτά που μου συνέβαιναν. Και μου άρεσε να τον βλέπω να μου φωνάζει, εκείνος κατάφερνε να δώσει σημασία στην Έρημη Χώρα μου.

Αλλά αυτή η σημασία δεν άργησε να φθίνει και να με εγκαταλείπει. Και ο δύσκολα εντυπωσιασμένος εαυτός μου άρχισε να την προσπερνάει και να βρίσκει νέους τρόπους για να περάσει απαρατήρητος. Τελικά, δεν ήθελα να με προσέχει ούτε εκείνος. Ήθελα να περπατάω τα λεπτά της ζωής μου χωρίς να νιώθω ότι το βάρος των πράξεων μου κάνει κάποιον άλλο να κοντοσταθεί και να με σκεφτεί, έστω και λίγο παραπάνω, ως άνθρωπο.

Τα μάτια μου άρχισαν να αποφεύγουν τα δικά του και οι φωνές που μου έβαζε δεν ζωγράφιζαν πια το χαμόγελο στο πρόσωπο μου. Όσες φορές μου μιλούσε, ή με κρατούσε στα χέρια του, κουνώντας με μπρος και πίσω, θέλοντας, φαίνεται, να ξυπνήσει τον ενδιαφέρον μου από τον βαθύ του ύπνο, εγώ απλά έκανα ένα βήμα πιο βαθιά στην άβυσσο μου. Με πρόσεχε ακόμα, λες και ήμουν εγώ το αδυνατισμένο από τον χρόνο, κίτρινο χαρτί που θα τσαλακωνόταν και θα σκιζόταν με ένα του άγγιγμα. Ακόμα πιο πολύ από πριν. Παρακολουθούσε την κάθε μου κίνηση, προλάβαινε την κάθε μου λέξη, συμπλήρωνε το κενό που δημιουργούσα τόσο αριστοτεχνικά όταν ήθελα να κρυφτώ από τον κόσμο. Αλλά οι επίδεσμοι στο λαιμό μου δεν έσφιγγαν αρκετά για να μπορέσω να κλειστώ μέσα τους, δεν έβρισκα καταφύγιο σε κανέναν γκρεμό και σε καμία θηλιά. Ήξερα ότι θα ήταν εκεί, να απλώσει το χέρι του να με πιάσει, πριν κάνω εκείνο το τελευταίο βήμα.

Τότε ήταν που βρέθηκε μπροστά μου ο μικρός καινούριος μου στόχος. Νέος, άπειρος, αδέξιος, με χαμηλή αυτοπεποίθηση, εκρήξεις θυμού, θίγεται εύκολα όταν μειώνεις τους άλλους, υπεύθυνος και σοβαρός όταν φταίει, αν και λίγο περισσότερο ευαίσθητος απ’ ότι θα προτιμούσα. Εκείνος ήταν ότι έπρεπε για να ξεφύγω από τον στενό κλοιό του Άλλου. Δεν χρειάστηκα καιρό, ήξερα πώς να παίξω στον Ματωμένο Γάμο του Λόρκα πριν έρθει καμία νύφη και καμιά μάνα στην σκηνή.

Έγινα η σκιά του μικρού, τον ακολουθούσα από μακριά και τον είχα στην καλύτερη απόσταση ώστε να μην μπορεί να με νιώθει κοντά του, αλλά να μην είμαι άλλος ένας ξένος, απρόσωπος συνεργάτης. Στο πρόσωπο μου θα έβλεπε την σκληρότητα της απόρριψης και την ζεστασιά της τρυφερότητας. Και όλα αυτά στο κουκλοπαιχτικό σκηνικό που θα έπαιζα με τα δάχτυλα μου.

Ήξερα ότι οι κινήσεις μου θα τον έκαναν να με προσέξει παραπάνω και ήθελα να κλειδώνει το βλέμμα του πάνω μου όταν βρισκόμασταν στον ίδιο χώρο. Ήθελα να βρίσκομαι ένα βήμα μπροστά από εκείνον για να μπορέσω να τον κρατήσω στις στιγμές που τρελαίνεται και το τέρας που βγαίνει από μέσα του να μπορώ να το τιθασεύσω μόνο εγώ. Παρακολουθούσα το κάθε του βήμα, την κάθε κίνηση και αντίδραση του. Επίτηδες τον έφτανα στα όρια του, στην φωτιά και στον πάγο, για να μπορέσω να τον δω τελείως απογυμνωμένο μπροστά μου. Να μάθω πότε μου λέει ψέματα και τι μου κρύβει. Μόνο από την λάμψη στα μάτια του να μπορέσω να τον γνωρίσω, χωρίς να μου πει εκείνος τίποτα.

Να τον έχω στην παλάμη του χεριού μου, να κάθεται και να ατενίζει, μικρούλης, το ηλιοβασίλεμα μαζί μου.

Να μπορώ να τον κρύψω μέσα στο παλτό μου για να μην πάθει τίποτα και να γίνω εγώ ο τοίχος που θα υψωθεί τρανός μπροστά του για να τον προστατεύσει, ακόμα κι αν ξέρω ότι μπορεί να το κάνει και μόνος του. Θέλω να είμαι εκεί.

Θέλω μόνο εγώ να είμαι εκεί.

Μόνο εγώ.

Κοντά του.

Δίπλα του.

Να τον κρατάω στα χέρια μου και να τον ταρακουνάω να μου πει τι του συμβαίνει. Να διώξω τις έγνοιες και την ομίχλη από το βλέμμα του.

Να του φωνάζω για να με ακούσει όταν είναι χαμένος.

Να είμαι εκεί, να απλώσω το χέρι μου πριν κάνει…

Πριν κάνω… το τελευταίο βήμα…

Εγώ; Ποιος δίνει το χέρι του; Ποιος πιάνει τον άλλον από τους ώμους και τον ταρακουνάει για να βγει από την μαύρη τρύπα της ύπαρξης του;

Νόμιζα πως ο θάνατος ήταν απόλυτος… Σε αυτό πίστευα. Δεν υπάρχουν απόλυτα συναισθήματα, έτσι; Δεν υπάρχει απόλυτη θέληση να ανήκεις, έτσι; Δεν μπορεί να επιτρέπεται να ζεις για να είναι καλά ο άλλος, έτσι;

Δεν μπορεί να μου είχαν ήδη δωθεί, να μου τα έδινε, όλα αυτά, τότε, κι εγώ να ζητούσα να κρυφτώ από το φως, βάζοντας απλά τα δάχτυλα μου μπροστά στα μάτια μου… έτσι;

Photo snapped by Konstantinos.CraftingTheImage | Instagram

Share on FacebookTweet about this on TwitterShare on TumblrShare on RedditPin on PinterestShare on Google+

Δείτε επίσης

What do you think?

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *