Μαγεμένα στοιχειά της φύσης

By elena, March 3, 2017

Σε μία πόλη βγαλμένη από τα πιο όμορφα παραμύθια με ιππότες και κάστρα, η ώρα μόλις πήγε επτά. Οι τελευταίες ακτίνες του ηλίου χαϊδεύουν στοργικά τις προσόψεις των κτιρίων, χαρίζοντάς τους ένα αχνό χρυσοπορτοκαλί χρώμα. Η απουσία ανέμου ευθύνεται για την γαλήνια και αρυτίδωτη επιφάνεια της θάλασσας που απλώνεται μπροστά μου. Βραδιάζει. Το τέλος μίας ακόμη μέρας με βρίσκει να κατοικώ σε μία παραμυθένια πολιτεία, όπου η κάθε ξεχωριστή γωνιά της είναι νοτισμένη από τo σύντομο πέρασμά σου.

Να σε είχα εδώ.

Να μοιράζομαι αυτές τις εικόνες, τις μυρωδιές, τις νότες και τα χρώματα μαζί σου. Τι και αν επαναλαμβάνομαι; Μου είναι αδύνατον να πράξω ή να εκφραστώ διαφορετικά, μιας που η σκέψη που υπερβαίνει όλες τις άλλες, είναι η δική σου. Και αν δεν σε βρίσκω στα στενά που περπατώ, σε βρίσκω σε όλα εκείνα τα μικρά πράγματα που δεν τα βλέπουν παρά μόνο αυτοί που θέλουν να τα δουν.

Σε βλέπω στον ασημένιο ιστό μιας αράχνης, επάνω σε αυτήν την τόσο εύθραυστη μα και δυνατή ίνα. Σε ακούω στις νότες ενός βιολοντσέλου. Στο δευτερόλεπτο πριν ακουμπήσει το δοξάρι επάνω στις χορδές, σε αυτήν την τόσο ιερή στιγμή, εκεί σε συναντώ. Με τα χρώματα του δειλινού που βάφουν τα σύννεφα στον ουρανό, με αυτά τα σύννεφα δίνω σχήμα στη μορφή σου. Σε αγγίζω στα πέταλα ενός κατακόκκινου τριαντάφυλλου, μεθώ καθώς σε μυρίζω, ερωτεύομαι καθώς σε κρατάω, τα αγκάθια σου μαλακώνουν και δεν με τσιμπάνε καθώς σε κλείνω στα χέρια μου.

Όλα τα στοιχειά της φύσης υποτάσσονται μπροστά στο μεγαλείο του έρωτα. Υποκλίνονται μπροστά του μαγεμένα, καταθέτοντας όλες τους τις δυνάμεις στην υπηρεσία του. Σε εκείνο τον δυνατό αέρα που πιάνει τα βράδια, στις ριπές του επάνω αφήνω τις λέξεις μου για να ταξιδέψουν όλη τη νύχτα και να φτάσουν την χαραυγή σε σένα. Στα φτερά μιας πεταλούδας αφήνω τη δική μου άνοιξη να έρθει να σε βρει. Η ζωοδόχος δύναμη της αγάπης είναι αυτή που πυρώνει κι άλλο τη φωτιά, αυτή που τα βράδια χρειάζεσαι για να σε ζεστάνει. Πορτοκαλοκόκκινες φλόγες χορεύουν γύρω σου χωρίς να σε καίνε, γιατί αυτό τους ζήτησα να κάνουν.

Στις αφέγγαρες νύχτες, με μια σκάλα από σχοινιά ανεβαίνω στον ουρανό και ανάβω ένα ένα τα αστέρια για να βλέπεις καθώς περπατάς. Και μένω λίγο ακόμα εκεί ψηλά, μήπως σε διακρίνω ανάμεσα στα φώτα. Μα τ’ αστέρια μου γελάνε και μου λένε να κατέβω γρήγορα και να σε περιμένω στη γη, να φέρεις το φως σου και να το ενώσεις με το δικό μου και τότε μόνο θα ξεχωρίζουμε από όλα τα υπόλοιπα φώτα της πλάσης. Γιατί η λάμψη μας θα ναι τόσο δυνατή που τότε δεν θα χρειάζεται το φως των αστεριών, ούτε του φεγγαριού για να βλέπουμε καθώς προχωράμε στο μονοπάτι μας. Θα είμαστε μαζί ένας άσβεστος πυρσός.

Να σε είχα εδώ.

Και όχι μόνο εδώ. Και όχι μόνο σε πόλεις που έχουν κάστρα. Να σε είχα δίπλα μου και ας μην υπήρχε τίποτα γύρω μας. Η φύση υποκλίνεται στον έρωτα, ξέρεις. Θα μας χάριζε ό,τι χρειαζόμαστε για να φτιάξουμε μια ολόκληρη πόλη από το μηδέν. Τη δική μας πόλη.

…κατεβαίνω από τα αστέρια και σε περιμένω να έρθεις.

Share on FacebookTweet about this on TwitterShare on TumblrShare on RedditPin on PinterestShare on Google+

What do you think?

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *