Κάτι ξανά

By haritini, September 15, 2017

Μου άρεσε που φορούσες εκείνο το ψάθινο καπέλο. Στο είχα δώσει κάποτε χωρίς άλλο λόγο πέρα από το ότι σου πήγαινε. Ταίριαζε καλύτερα στο δικό σου κεφάλι. Ήμουν χαρούμενη που σου έδωσα το καπέλο μου. Γενικά δεν ήμουν ποτέ ιδιαίτερα αυστηρή με την έννοια του να είναι κάτι δικό μου. Πράγματα που τυπικά ήταν μου κυκλοφορούν σε διάφορα μέρη του πλανήτη, σε ντουλάπες, σε λαιμούς, σε ντουλαπάκια αυτοκινήτων, φορεμένα σε καρπούς, ξεχασμένα σε τσάντες, φυλαγμένα σε πορτοφόλια. Έχει πιο πολλή πλάκα να μοιράζεσαι κάτι που είναι σου με κάποιον που αγαπάς. Είναι συναρπαστικό το πώς το μοίρασμα κάνει το μου να είναι αμέσως μας. Κάποτε ήταν το καπέλο μου, μετά ήταν το καπέλο μας που το είχες εσύ και τελικά ήταν απλά το καπέλο. Σε αυτές τις περιπτώσεις πιστεύω περισσότερο στην έννοια του δικό. Σκέτο. Το καπέλο δεν είναι δικό μου ή δικό σου ή δικό μας. Είναι απλά δικό. Μου άρεσε που σε είδα να το φοράς.

Είσαι όμορφος με αυτό. Έτσι κι αλλιώς είσαι. Άλλη ιστορία. Μετά ξύπνησαν οι δύο αντίρροπες δυνάμεις και με έβαλαν στη μέση πάλι. Η μία να λέει, χαμογέλα χαζή, απόλαυσε το συναίσθημα που σου συμβαίνει, αφέσου αυθόρμητα στη χαρά που σε κατακλύζει μπροστά σε αυτή την εικόνα. Η άλλη να με μαλώνει, συγκεντρώσου μικρή ανόητη, δεν έχεις λόγο ούτε και δικαίωμα να νιώθεις ευτυχία απλώς επειδή αντικρίζεις αυτή την εικόνα. Δεν υπάρχει πια δικό, τίποτα. Η μία να με τραβάει προς το φως, η άλλη να με τραβάει προς τα σκοτάδια. Στις περιπτώσεις που σε ταλανίζουν οι αντίρροπες δυνάμεις και δε μπορείς να πας πουθενά, έρχεται καμιά φορά μια τρίτη δύναμη και σε κουνάει αυτή. Άκουσα τη φωνή σου. Μου φάνηκε σαν να είχαν περάσει αιώνες. Κάτι δικό, ελάχιστο. Μια ελάχιστη μοιρασμένη στιγμή. Προσφώνηση όπως παλιά, τόνος όπως παλιά, τοποθέτηση όπως παλιά. Οπότε κουνήθηκα. Κυρίες μου, αν μου επιτρέπετε, σταματήστε να με τραβάτε κι αφήστε με να συγκινηθώ. Φως και σκοτάδι, συναισθήματα και λογική, χαρά και φόβος, όλα τα δίπολα γίνονται ένα σημείο.

Φυσικά οι αντίρροπες δυνάμεις κάνουν πίσω για μερικές στιγμές μόνο. Σε αφήνουν να παρασυρθείς στη συγκίνηση, να κλάψεις, να πονάς τη στιγμή που χαίρεσαι και να χαμογελάς τη στιγμή που σκοτεινιάζεις. Έπειτα πιάνουν πάλι δουλειά. Κάνουν έναν κύκλο διεργασιών, σε δοκιμάζουν, σε φτάνουν στα όρια και κάποτε εξασθενούν και παύουν. Δεν περιμένω τρίτες δυνάμεις. Έχω υπομονή. Έχω πολλά να κάνω. Έχω πολλά να επεξεργαστώ. Μόνο ένα πράγμα περιμένω. Ήξερα από καιρό πως το περιμένω. Αυτή τη μικρή στιγμή που σε άκουσα, επιβεβαιώθηκα ξανά. Να σε δω να γελάς. Να ξέρω πως είναι τα κύτταρά σου που γελούν, η καρδιά, τα μάτια, η ψυχή σου. Να σε δω να γελάς κι ας κάνουν ό,τι θέλουν οι δυνάμεις. Αυτό το γέλιο δε θα είναι τρίτη δύναμη, θα είναι κάτι πολύ παραπάνω. Θα είναι ξανά ένα γέλιο δικό. Χωρίς σου, μου, μας. Θα είναι ξανά κάτι δικό, μετά από καιρό. Δε θα είναι απλή χαρά ούτε συγκίνηση ούτε μια ακόμη μικρή στιγμή. Να σε δω να γελάς, αλήθεια, θα είναι πραγματική ευτυχία.

Share on FacebookTweet about this on TwitterShare on TumblrShare on RedditPin on PinterestShare on Google+

What do you think?

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *