Κάτι κάστρα χάρτινα

By elena, July 2, 2015

Έτσι σε έπλασα στο μυαλό μου. Ιδεώδη. Ιδιαίτερο. Ιδανικό. Σε κατασκεύασα από γυαλί για να μπορώ να βλέπω μέσα σου. Διάφανος. Διάχυτος. Διαυγής. Οι ακτίνες του ήλιου διαπερνούσαν την ύπαρξή σου και φώτιζαν κάθε κρυφή της πτυχή. Πέτυχα αυτό που ήθελα: ήσουν κάτι το απτό, ήσουν κάτι ολόλαμπρο, ήσουν κάτι δικό μου. Στον φανταστικό μου κόσμο σκότωνες δράκους και άγρια θηρία, ήσουν βασιλιάς στο δικό μου παραμύθι, το βασίλειό σου δεν είχε τέλος. Σε έντυσα με χρυσά και ασημένια ρούχα, σου έδωσα σπαθί φτιαγμένο από το πιο άκαμπτο ατσάλι, σου χάρισα το πιο δυνατό άλογο. Γύρω σου έχτιζα πόλεις για να κυβερνάς, έσπερνα χωράφια για να θερίζεις, έστρωνα δρόμους για να περνάς. Σε έστεψα στον πιο ψηλό πύργο του πιο απόρθητου κάστρου, του δικού σου κάστρου.

Στα έδωσα όλα, γιατί πίστευα ότι τα άξιζες όλα.

Η αόριστη γοητεία σου με είχε συναρπάσει. Νύχτες επι νυχτών έχτιζα παλάτια σε κάθε γωνιά του απέραντου βασιλείου σου, για να είσαι ευτυχισμένος. Διάλεγα τους καλύτερους στρατιώτες να σε φυλάνε νύχτα μέρα, για να είσαι ασφαλής. Έφερα στην αυλή σου τους πιο ξακουστούς γελωτοποιούς, για να σε βλέπω να γελάς. Γέμισα τις αποθήκες του κάστρου σου με τα καλύτερα κρασιά, για να έχεις να διαλέγεις. Κόκκινα πολύτιμα χαλιά στόλιζαν την αίθουσα του θρόνου, στα θησαυροφυλάκειά σου στοιβάζονταν νομίσματα και κοσμήματα, για να μεθάς από τα πλούτη σου και να μη σου λείψει τίποτα ποτέ.

Σου έδωσα τα πάντα, γιατί πίστευα ότι άξιζες τα πάντα.

Στα χέρια μου σε κράτησα μία νύχτα που φυσούσε ένα δροσερό, καλοκαιρινό αεράκι. Η  υπόστασή σου, εύθραυστη και κοφτερή, περικλειόταν από τα δάχτυλά μου. Έκλεινα αργά την παλάμη μου και ένιωθα το γυαλί να σκίζει το δέρμα μου. Σε τσαλάκωνα, σε έσπαγα σε κομμάτια, μα δεν ένιωθα να ματώνω. Το επιβεβαίωσα όταν άνοιξα την γροθιά μου και κοίταξα τα θρύψαλα στο χέρι μου. Το αχνό φως του φεγγαριού καθρεφτιζόταν πάνω στα μικρά κομμάτια γυαλιού που έλαμπαν σαν διαμάντια, αλλά δεν ήταν σαν αυτά. Κρατούσα στην παλάμη μου τα υπολείμματα του βασιλείου που τόσο προσεκτικά έχτιζα κάθε βράδυ στα όνειρά μου μόνο για σένα. Σήκωσα το χέρι μου και το έφερα μπροστά ακριβώς από τα χείλη μου. Δεν με παραξένευε το γεγονός ότι αν και το γυαλί έκοβε σαν μαχαίρι, δεν είχα ούτε μια γρατσουνιά στο εσωτερικό της παλάμης μου. Δεν με παραξένευε – αφού εγώ σε κατασκεύασα μέσα στο μυαλό μου, φρόντισα να μην σε αφήσω να με πληγώσεις ποτέ.

Και τώρα εδώ, μία νύχτα με ολόγιομο φεγγάρι, αφήνω τον αέρα να πάρει από το χέρι μου τα θρύψαλα, να τα σκορπίσει μέσα στην νύχτα. Τα βλέπω για μία στιγμή να αιωρούνται σαν σταγόνες βροχής και να αντανακλούν το φως του φεγγαριού, μέχρι που ο αέρας τα παίρνει μακριά μου, τα διασπείρει γύρω μου, αυτά χορεύουν ασυνάρτητα, στροβιλίζονται λάμποντας, με τον άνεμο να τα στέλνει στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα και εμένα στο κέντρο. Δεν χρειαζόμουν είδωλα και αυταπάτες, δεν είχα ανάγκη από ψεύτικα βασίλεια, δεν με ενδιέφερε να γίνω βασίλισσα σε έναν κόσμο που υπήρχε μόνο μέσα στο δικό μου μυαλό.

Και θα σου τα δώσω όλα, γιατί πιστεύω ότι αξίζεις τα πάντα.

Νοσταλγικά και ανέφελα, ίσως και ανώφελα, έμαθα να μετράω χαμένες μέρες. Νησιά περίμεναν να τα εξερευνήσουμε, πόλεις αδημονούσαν να τις περπατήσουμε, κρασιά λαχταρούσαν να τα γευτούμε. Ξύπνησα από τον λήθαργό μου ένα  πρωί του Ιούλη, σε μία χώρα που έμοιαζε με καζάνι έτοιμο να ανατιναχτεί. Θα περίμενε κανείς να γράφω για τις ιστορικές στιγμές που ζει η χώρα, παρά για κάστρα και δράκους. Πράγματι, η λεπτή ισορροπία των πραγμάτων είχε διαταραχθεί και η κατάσταση θύμιζε πολιορκία, αυτή τη φορά όμως δεν ήταν στο απόρθητο κάστρο που έπλαθα στο μυαλό μου. Το χάρτινο κάστρο μας έπεφτε, και εμείς, διχασμένοι και τυφλοί, δεν βλέπαμε τίποτα πέρα από το συμφέρον μας, τίποτα πέρα από την αυλή μας, τίποτα πέρα από τη μύτη μας, παρά μόνο επιθυμούσαμε αυτή την προσωρινή επίφαση κανονικότητας που προπαγανδιστικά μας σέρβιραν ως καλύτερη δυνατή λύση και αποδεχόμασταν σιωπηρά την ταυτόχρονη παραίτησή μας από οποιαδήποτε ευθύνη για τις επόμενες γενιές που ερχόντουσαν, όπως ακριβώς έκαναν και όλοι οι υπόλοιποι πριν από εμάς. Ναι, δεν αμφέβαλλα λεπτό : πράγματι, η πιο αληθινή ιστορία γραφόταν μπροστά στα μάτια μου και εγώ έγραφα ιστορίες για βασίλεια που δεν υπήρχαν καν. Τι έγραψα ως τώρα; Μήπως είμαι αιθεροβάμων; Παραείμαι ρομαντική πάλι; Ονειροβατώ; Μήπως όλα αυτά με θέτουν εκτός πραγματικότητας; Να τα σβήσω, προλαβαίνω;

Όχι, δεν σβήνω τίποτα, γιατί ήξερα ότι δεν ήμουν αδιάφορη ή απαθής απέναντι σε όλη αυτή την αναταραχή. ‘Όπως κάθε φορά, έτσι και τώρα, έγραφα ιστορίες για να ξεφεύγω από την πραγματικότητα, όταν αυτή με έπνιγε. Πνιγόμουν, μα γράφοντας έπαιρνα μία βαθιά ανάσα οξυγόνου. Σίγουρα δεν μπορούσα να μάχομαι χωρίς σκοπό. Χωρίς στόχο. Χωρίς εσένα. Δεν μπορούσα να ονειρεύομαι χωρίς να ξέρω ότι θα είσαι κάπου εκεί. Θα είσαι άραγε; Δεν θα μάθω ποτέ. «Ο χρόνος θα δείξει», λένε. Μα δεν θέλω να αφήνω τίποτα στην τύχη του. Δεν θέλω ο χρόνος να ελέγχει τα πάντα, όπως τόσο καιρό άλλοι ελέγχουν ακόμα και τον αέρα που αναπνέουμε.Με πνίγουν οι δυνάστες, με πνίγει ο χρόνος, με πνίγει η άγνοια και έτσι κάθε λέξη εδώ είναι για μένα ακόμα μια ανάσα.

Την αγαπάω την ελευθερία μου, τις αγαπάω τις επιλογές μου, ακόμα και τις λάθος. Ίσως αυτές, τώρα που το σκέφτομαι, να τις αγαπώ ακόμα πιο πολύ. Ο χρόνος, ανυποχώρητος δυνάστης, δεν θα μου στερήσει τίποτα από όσα αγαπώ. Δεν θα τον αφήσω. Οπότε, ας πούμε μόνο ένα απλό «θα δείξει».

******************************************************************************************************************************

* Φώτο : Θεσσαλονίκη, Ιούνιος 2015

**

Share on FacebookTweet about this on TwitterShare on TumblrShare on RedditPin on PinterestShare on Google+

What do you think?

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *