Ημερολόγιο ξημερώματος α – σκοτεινό δωμάτιο

By haritini, November 13, 2015

Εξομολογήσεις μικρών πρωινών ωρών. Αυτοαναφορική και αυτοάνοση ψυχανάλυση. Ημερολόγιο σκέψης και συναισθηματικής κατάστασης, μια στιγμή εν μέσω άπνοιας και αϋπνίας. Φωτογραφία υπερευαίσθητου ψυχισμού, no filter και full zoom in. Αποτύπωση μιας πραγματικότητας. Πάντα να το θυμάστε, υπάρχει μία πραγματικότητα αλλά πολλές διαφορετικές αλήθειες. Πλάνο που παίζει, φωτισμός πολύ σκληρός. Ας γίνει κι αυτό. Όποιος αντέχει. Όποιος…

Το σκηνικό είναι πολύ γνώριμο, καμία πρωτοτυπία. Ένα από εκείνα τα βράδια που βήματα κουρασμένα και εγκέφαλος ζαλισμένος σε οδηγούν στο κρεβάτι σου με ένα καλό βιβλίο και προοπτικές εύκολου ύπνου στο πολύ άμεσο μέλλον. Το βιβλίο ομολογουμένως είναι καλό και οι συνθήκες όλες με το μέρος σου, ακόμη και η μικρή σου γρίπη σε στέλνει ευκολότερα στην ησυχία του ύπνου.

Τότε τι στο καλό πήγε στραβά και η σελίδα 19 του βιβλίου σου παραμένει ανοιχτή μπροστά σου, για ώρα αδιάβαστη; Ποιες αόρατες νυχτερίδες ξύπνησαν πριν το καταλάβεις και τράβηξαν την προσοχή σου πίσω στο κουβάρι των συνειρμών; Στιγμιαία βγαίνεις από το λήθαργο, επειδή το χέρι που κρατάει το βιβλίο ανοιχτό πονάει από την ακαμψία κι επειδή στα μάγουλα και στο μαξιλάρι σου το επίπεδο υγρασίας έχει ξεπεράσει το επιτρεπτό όριο.

Δεν είναι ώρα για ύπνο. «Όταν δεν έχεις τι να γράψεις, γράψε για αυτό που δεν έχεις». Πού το διάβασα άραγε αυτό; Δε μπορώ να θυμηθώ. Ανοησία μου είχε φανεί. Αλλά ας μην είμαι τόσο απόλυτη. Αν και δεν ικανοποιώ τη συνθήκη που θέτει το όταν στην πρόταση, θα πάρω την προστακτική και θα γράψω για αυτό που δεν έχω. Ήδη το κάνω, στο όνομα του χαμένου ύπνου που τελικά δεν ήθελε να είναι εύκολος.

Να αραδιάσω σε μακροσκελή λίστα αυτά που δεν έχω, καθόλου δεν το θέλω. Δε θέλω να συνθέσω τη μεταμεσονύκτια ωδή στην ανθρώπινη απληστία. Καμία διάθεση για γκρίνια και μικροψυχία. Γράφω για αυτό που δεν έχω. Το ζουμ και ο σκληρός φωτισμός που λέγαμε.

Δεν έχω το νησί μου εδώ. Δεν έχω το νησί μου, να περπατάω πάνω του, να αναπνέω τον αέρα του και να κοιτάω τη θάλασσά του. Δεν έχω εκείνο το μικροσκοπικό χωριό των καλοκαιριών μου και δεν έχω τα δειλινά του φθινοπώρου στο νησί. Πάντα το πίστευα, οι άνθρωποι με δένουν με τους τόπους. Οι άνθρωποι και οι αναμνήσεις που γεμίζουν με χρώματα και μυρωδιές το υποσυνείδητό μου. Αυτή η κλωστή είναι κατακόκκινη, μπορεί να μην αλλάξει ποτέ πια χρώμα. Δεν έχω το νησί μου και δεν έχω την άλλη άκρη της κλωστής.

Δεν έχω μαμά. Η πραγματικότητα είναι ότι έχω μαμά, αλλά η αλήθεια είναι ότι δεν έχω. Όλοι έχουν, ακόμη και το αβγό έχει για μαμά του μια κότα. Υποθέτω, όμως, ότι όταν έχεις στ’ αλήθεια μαμά, πρώτα σε γεννάει και μετά σε αγαπάει. Αν απλά σε γεννήσει, τότε στην πραγματικότητα αυτή είναι η μαμά σου, αλλά είναι στ’ αλήθεια μαμά σου; Να το θυμάστε, υπάρχει μία πραγματικότητα αλλά πολλές διαφορετικές αλήθειες.

Και τώρα άλλη μια αλήθεια. Δεν έχω καμία ικανότητα και καμία δύναμη να αλλάξω τον κόσμο. Δεν έχω τίποτα που θα μπορούσε να αλλάξει το παραμικρό στον κόσμο. Δε βαστιέται αυτό, γαμώτο. Δε συνηθίζεται. Νομίζω κάποιες στιγμές πως το αποδέχομαι, αλλά είναι σαν αλλεργία. Πέφτει η τοξική σκέψη στον εγκέφαλό μου κι αρρωσταίνω.

Κι εντάξει, τον κόσμο δε θα τον αλλάξω, έτσι φαίνεται. Αλλά διψάει η ψυχή μου για προσφορά. Να δώσω λίγο από το χρόνο μου και λίγη από την ενέργειά μου για κάποιον δίπλα μου που περνάει το χρόνο του προσπαθώντας να αποφύγει το κρύο και την πείνα, για κάποιον που χάνει την ενέργειά του για να σωθεί από βέβαιο πνιγμό κάπου στο Αιγαίο. Και παραδίπλα κάποιος άλλος ειρωνικά σχολιάζει την ανάγκη αυτή. Να είχα τουλάχιστον τη δύναμη να τον κάνω να δει με άλλα μάτια. Δε μπορώ ούτε αυτό να αλλάξω. Προσπαθώ, μάταια. Οι ειρωνείες παραμένουν, οι νεκροί αυξάνονται, ο πόλεμος δε σταμάτησε ποτέ κι ο κόσμος με τρομάζει.

Με τρομάζει και ο εαυτός μου λίγο. Οι αντιδράσεις μου και η οπτική μου, ας πούμε. Κινούνται αψυχολόγητα και ακαθόριστα σε ένα ευρύ πεδίο συμπεριφορών και διαθέσεων. Αυτό σε απλά ελληνικά ονομάζεται κυκλοθυμία βέβαια. Όμως, ξέρετε τι αυτόν τον καιρό δεν έχω; Δεν έχω αυτή την ορμή, αυτή την ενέργεια που με κάνει να νιώθω ότι μπορώ να κάνω τα πάντα σχεδόν. Είναι κάποιες φάσεις που έρχεται και πέφτει πάνω στο κεφάλι μου μια μαγική χρυσόσκονη και τότε είναι που έχω την ορμητική διάθεση και την αστείρευτη ενέργεια.

Δεν ξέρω τι χρυσόσκονη είναι αυτή, δε θα της δώσω ένα πολύ συγκεκριμένο όνομα, γιατί υποψιάζομαι πως αποτελείται από ένα βασικό συστατικό μαζί με μερικά ακαριαία παράγωγά του. Ξέρω, όμως, ότι μέχρι τώρα στη ζωή μου αυτή η χρυσόσκονη έχει λειτουργήσει ως κινητήριος δύναμη, ως το μυστικό υλικό μιας συνταγής που με κάνει λίγο καλύτερο άνθρωπο. Δεν ξέρω ούτε σε ποιο σακουλάκι μέσα κρύβεται η χρυσόσκονη ούτε πώς και πότε ανοίγει το σακουλάκι πάνω από το κεφάλι μου. Αυτά τα πράγματα καθορίζονται από μια δαιμονική συγκυρία ή από μια τυχαία νίκη των πιθανοτήτων. Αλλά ξέρω ότι τώρα δεν υπάρχει χρυσόσκονη στο κεφάλι μου, μέχρι την επόμενη ρίψη του ζαριού τουλάχιστον. Ας είναι.

Κάπως έτσι εξελίσσεται η υπόθεση, όταν γράφεις για αυτό που δεν έχεις. Το ένα σενάριο είναι να καταγράψεις με κάθε λεπτομέρεια όλα αυτά που φαινομενικά δεν έχεις. Το άλλο είναι να αδιαφορήσεις για τη λίστα και να προσπαθήσεις να απαντήσεις γενναία στο ερώτημα. Τι σου λείπει, τι λείπει πραγματικά. Να γκρινιάξει κάποιος για αυτά που δεν έχει, συνηθισμένο, όλοι πέφτουν στην παγίδα κατά καιρούς. Να κοιτάξει από την κλειδαρότρυπα στο σκοτεινό δωμάτιο, να ανοίξει ακόμη την πόρτα για να δει καλά, αυτό είναι για δυνατούς λύτες και για γερά νεύρα. Είπαμε, όποιος αντέχει.

Αναπόφευκτα ρίχνεις μια ματιά και στο φωτεινό δωμάτιο. Αναλογίζεσαι, γράφοντας για αυτό που δεν έχεις, όλα αυτά που έχεις. Εκεί μέσα μπορείς εύκολα να δεις. Ευτυχώς, γιατί έτσι καταφέρνεις να μη μεταμορφωθείς στο μικρό καλικαντζαράκι της απληστίας και της αχαριστίας. Ευτυχώς που υπάρχει η κυκλοθυμία κι ανοιγοκλείνει τις πόρτες του σκοτεινού και του φωτεινού δωματίου. Μην περιμένετε να σας πω τι είδα στο φωτεινό δωμάτιο. Αυτό είναι μια άλλη, μεγάλη, χαρούμενη ιστορία. Ευτυχώς.

Τελευταίο πλάνο. Γραφή για αυτό που δεν έχω. Όχι επειδή δεν έχω τι να γράψω. Επειδή είμαι δυνατός λύτης. Κι επειδή μπορώ. Επομένως, γράψε για αυτό που δεν έχεις, όταν αντέχεις να το κάνεις. Σε λίγες μέρες θα συναντήσω στους δρόμους το μικρό μου κτήνος. Εκείνο που ένα χρόνο πριν καληνύχτισα με την ευχή της ελπίδας. Τώρα όποιος θέλει, αποδέχεται. Όποιος μπορεί, ξεχνάει. Κι όποιος αντέχει, κοιμάται.

«Να αλλάξεις τον κόσμο φίλε Σάντσο, δεν είναι τρέλα ούτε ουτοπία, είναι δικαιοσύνη».

Share on FacebookTweet about this on TwitterShare on TumblrShare on RedditPin on PinterestShare on Google+

What do you think?

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *