Η καρδιά στην καρδιά

By haritini, October 19, 2015

Όχι πάλι το κουτί με τις φωτογραφίες. Όχι πάλι. Ανοίγει η ντουλάπα κι όλο το δωμάτιο γεμίζει εικόνες. Ξεμυτίζουν τα φαντάσματα που έχω κρύψει, ανοίγουν το κουτί με τις φωτογραφίες, τις παίρνουν και τις σκορπίζουν παντού γύρω. Αιωρούνται γύρω μου μαζί με ασημόσκονη και κορδελίτσες κι αυτή τη γλυκερή και όξινη μυρωδιά του χθες. Ακολουθούν νωχελικά τα βήματα ενός αργού χορού υπό τον ήχο μια ξεκούρδιστης, γνώριμης μουσικής. Όλο το παρελθόν τριγύρω. Ή μάλλον, όλες οι παραμορφωμένες από τον εγκλεισμό και τη λήθη σκηνές του παρελθόντος. Οι εικόνες με παρασέρνουν χωρίς την άδειά μου σε αυτό το χορό της ανάστασής τους και ξέρω καλά που με οδηγούν οι σχεδόν χορογραφημένες κινήσεις τους.

Μπορεί να είναι μόνο για πέντε λεπτάκια. Ή μπορεί να διαρκέσει ώρες. Ακόμη και μέρες και μετά κάπου χάνεται η μέτρηση του χρόνου. Αφήνω το σώμα στη θέση του, αφήνω τα μάτια μου στο κενό και μια άλλη «εγώ» αφήνεται να ταξιδέψει άυλη και ασχημάτιστη στο φρεσκοξυπνημένο χθες. Δε τη γλιτώνω, φίλε μου. Παραπαίοντας μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, τελικά δεν αποφεύγω μια απερίσκεπτη βουτιά στο ηφαίστειο των αναμνήσεων. Εκεί όπου κοχλάζουν όλα όσα κάποτε θέλησα, όλα όσα κάποτε έζησα, όλα όσα κάποτε ένιωσα, όλα αυτά που ποτέ δεν έκανα κι όλα αυτά που φοβήθηκα. Όλα όσα κρατούν ζωντανή τη σύνδεσή μου με αυτό που υπήρξα τότε.

Κάποτε. Όχι απαραίτητα πολύ παλιά. Ίσως λίγους μήνες πριν. Ίσως λίγα χρόνια πριν. Ίσως τον περασμένο Αύγουστο. Τη μέρα που έφυγα και δε γύρισα να κοιτάξω πίσω μου. Τη μέρα της τελευταίας αγκαλιάς. Τη μέρα που πήρα μια απόφαση ζωής, οδυνηρή αλλά συνειδητή. Τότε που ένας κύκλος έκλεισε και τον διαδέχτηκε ένας επόμενος, άγνωστος. Τότε. Όχι πολύ παλιά.

Έτσι κάνουμε. Μετράμε το χρόνο που πέρασε, για να μη χάσουμε την κλωστή που μας δένει με τις παλιές μας στιγμές. Στην πραγματικότητα δε θέλουμε να ξεχάσουμε. Να μη μας πονάει πια, αυτό θέλουμε. Πέρασαν δύο χρόνια από τότε που τα απογεύματα της Τρίτης μας έκαναν φίλους. Λευκή κλωστή, πονάω λιγότερο και χαμογελάω περισσότερο. Πέρασαν δύο μήνες από τότε που έφυγα μακριά. Κόκκινη κλωστή, πονάει ακόμη. Κάποιες στιγμές, πολύ. Πέρασαν πολλά χρόνια από τις επικές επιχειρηματολογίες μας. Πράσινη κλωστή, η ανάμνηση είναι γελαστή, μισό δάκρυ μόνο.

Αντιστέκομαι στα βήματα του χορού, στέκομαι να πάρω μια ανάσα. Κοιτάω κατάματα μια φωτογραφία. Επίμονα. Πολλή ώρα. Με νικάει η ορμή της. Εισπνέω, αλλά το οξυγόνο προτιμάει να γδάρει το στέρνο μου. Εκεί που κάθονται σιωπηλές και άγρυπνες οι τύψεις. Θα συνεχίσω να παρατηρώ αυτή τη φωτογραφία. Αυτή που με νικάει. Θα γίνουν άραγε ποτέ οι τύψεις άγγιγμα τρυφερό; Γίνεται το οξυγόνο που καίει να ξαναδώσει πνοή χρωματιστή και φωτεινή; Λες να γίνει ποτέ ειρήνη μεταξύ μας;

11 μήνες και 4 μέρες πριν. Πέρασαν έντεκα μήνες από το μουντό απόγευμα με τα σάντουιτς στο παγκάκι. Ροζ κλωστή. Κόκκινη και λευκή μαζί. Σαν δύο τριαντάφυλλα που μοιράζονται το νερό στο ποτήρι τους. Κόκκινη σαν την κορδέλα που έγινε φιόγκος, για να στολίσει τα μαλλιά μου. Και λευκή σαν τα σύννεφα που διέσχισε το αεροπλάνο σου, για να σε φέρει πίσω. Πονάει γαμώτο. Πονάει περισσότερο από όσο φανταζόμουν. Πονάει για πολύ καιρό.

Πονάει κι ας υποδύομαι πάλι το σκληρό παιδί. Είναι σαν να προσπαθώ να μη σκέφτομαι. Δε θέλω να ξεχάσω. Θέλω να σκέφτομαι χαμογελώντας. Αυτό ήθελα. Και για μένα και για σένα. Ήθελα να είμαστε χαμογελαστοί και αγαπημένοι. Κοιτάζω τη φωτογραφία που με νικάει. Η ψυχρότητα με νικάει. Η αδιαφορία στο βλέμμα. Ο θυμός ο δικός σου και οι τύψεις οι δικές μου. Πονάει καιρό τώρα.

Σε αυτόν τον ένα χρόνο που άπλωσε στο πέρασμά της η ροζ κλωστή, πέρασαν μέρες άδειες και μέρες μοναχικές. Στιγμές έλαμψαν βιαστικά και χάθηκαν κι άλλες φωσφορίζουν ακόμη κάπου στον ορίζοντα. Κανείς δε σταματά να κινείται, ο χρόνος κυλάει, είναι δύσκολος καιρός για πριγκίπισσες, μόνο ο Μικρός Πρίγκιπας επιβίωσε κι εγώ μαθαίνω με τον πιο δραστικό τρόπο να σκέφτομαι ξανά πριν αφήσω τις αχαλίνωτες, σκληρές σκέψεις μου να ξεχυθούν ενάντια σε αόρατους εχθρούς. Μαθαίνω να σκέφτομαι ξανά, μια δεύτερη φορά. Μαθαίνω να σκέφτομαι αυτόν που με κοιτάει απέναντι, γιατί του αξίζει λίγη ακόμη σκέψη.

Όταν τα φώτα σβήνουν, όταν παραδίδω την αυτοκυριαρχία μου στο υποσυνείδητο, ένα πρόσωπο συχνά μου μιλά με λόγια ύπνου. Στα λευκά λιβάδια των ονείρων μου παίρνουν σάρκα και οστά η αγνότητα και το δάκρυ. Στροβιλίζονται πάνω από δρόμους με φώτα, πάνω από μια θάλασσα θολή, πάνω από πλατείες με βυσσινί ταξί, πάνω από τα κτίρια της πόλης που θα ανοίξουν τις πόρτες τους, για να τα ανακαλύψουμε. Στα όνειρά μου ο χρόνος σταματάει πριν γίνω σκληρή και άδικη.

Κοιτάζω τη φωτογραφία που με νικάει. Θέλω να σκαρφαλώσω εκείνη τη σιδερένια σκάλα, να ανέβω στην ταράτσα και να ξαπλώσω ανάσκελα κάτω από τον ουρανό του Νοέμβρη. Να σου σφίξω το χέρι και να σου πω την αλήθεια: ποτέ δε σε έκανα καλύτερο, είσαι πάντα στην καρδιά μου, συγγνώμη που σε πόνεσα. Τη μέρα που θα γίνει αυτό, τα σύννεφα θα σκεπάσουν τα δάκρυα και η βροχή θα μας κάνει πάλι παιδιά. Και τότε θα είναι πραγματικότητα πια: η καρδιά στην καρδιά.

Share on FacebookTweet about this on TwitterShare on TumblrShare on RedditPin on PinterestShare on Google+

What do you think?

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *