Bruxelles, ma belle

By elena, April 12, 2016

Μου είπανε μίλα γι’αυτό, θα σε βοηθήσει. Δεν μπορούσα να το κάνω. Μου είπανε γράψε γι’αυτό, θα σε βοηθήσει. Αυτό και αν δεν μπορούσα να κάνω. Ήταν πολύ νωρίς, ήταν μόνο μία εβδομάδα μετά. Σήμερα είναι ακριβώς τρείς εβδομάδες μετά.

Είμαι στις Βρυξέλλες. Από εκείνο το πρωί και μετά, σταμάτησα να παίρνω το μετρό και περπατάω για να πάω στη δουλειά. Έτσι παρατήρησα ότι τα πρώτα πράσινα φύλλα έχουν αρχίσει να κάνουν την εμφάνισή τους στα δέντρα του μεγάλου πάρκου που πλέον διασχίζω κάθε μέρα. Το έδαφος είναι στεγνό, γιατί πια δεν βρέχει τόσο συχνά. Περπατάω, με τον ήλιο να με αναγκάζει να έχω τα μάτια μου μισόκλειστα γιατί πάλι ξέχασα τα γυαλιά μου στο σπίτι.

Κάπως έτσι κατάλαβα ότι έρχεται η άνοιξη.

Καθώς περπατάω ακούω μουσική. Έσβησα όλα τα τραγούδια που είχα στο κινητό. Πέντε χρόνια τώρα άκουγα ακριβώς την ίδια μουσική, με αλφαβητική σειρά. Ήξερα ποιο ήταν το επόμενο τραγούδι πριν καν αρχίσει να παίζει. Τα έσβησα και πλέον ακούω ραδιόφωνο. Ακούω εκπομπές στα γαλλικά, που δεν τα καταλαβαίνω όταν κάποιος τα μιλάει γρήγορα, πράγμα που κρατάει το μυαλό μου απασχολημένο και με βοηθάει να ξεχνάω ότι περνάω από το Μάελμπεκ για να πάω στο γραφείο κάθε μέρα γύρω στις 9 και 20. Κάποιες μέρες πετυχαίνω στο ραδιόφωνο τραγούδια που υπό άλλες συνθήκες θα άλλαζα σταθμό κατευθείαν. Χαζά, χορευτικά, μέινστριμ χιτάκια που έχουν μία απίστευτα θετική επίδραση πάνω μου: ξεκινάω να περπατάω ρυθμικά και σιγοτραγουδάω.

Κάπως έτσι φτάνω στη δουλειά.

Σε μία πόλη που 3 εκατομμύρια κόσμος μετακινείται κάθε μέρα για να πάει στη δουλειά του, εκείνη τη μέρα, κάτω από το γραφείο μου, στη στάση που θα κατέβαινα αν είχα πάρει μετρό εκείνη τη μέρα και εκείνη την ώρα, πέθαναν 35. Κανένας από αυτούς δεν ήταν συνάδελφός μου. Οι μέρες πέρασαν, όλοι γύρισαν από τις διακοπές του Πάσχα και είμαστε ξανά όλοι στο γραφείο και λέμε καλημέρα σε όλες τις γλώσσες του κόσμου. Τρώμε μαζί κάθε μέρα στις 12.45 και συζητάμε ό,τι συζητούσαμε και πριν. Αναπόφευκτα, όμως, κάποιες συζητήσεις οδηγούν ξανά σε ό,τι έγινε πριν τρείς εβδομάδες. Κάποιος από την παρέα αλλάζει θέμα στη συζήτηση και μας υπενθυμίζει ότι είμαστε τυχεροί.

Κάπως έτσι τελειώνει το μεσημεριανό διάλειμμα.

Γυρνώντας σπίτι, ξαναπερνάμε από το Μάελμπεκ, αυτή τη φορά όλοι μαζί. Πάμε κάπου για μπύρα μετά τη δουλειά. Κάποιος σκέφτεται δυνατά και λέει ότι καλύτερο θα ήταν να μην πάμε σε κάποιο μαγαζί με πολύ κόσμο. Η ψυχολογία της μάζας λειτουργεί άμεσα και κατευθείαν διαλέγουμε ένα πιο ήσυχο μαγαζί. Είμαστε έξω στον ήλιο, στα τραπέζια και κάποιος σκέφτεται δυνατά ότι καλύτερο θα ήταν να καθίσουμε μέσα. Ξανά η ψυχολογία της μάζας μας οδηγεί να αλλάξουμε τραπέζι. Νυχτώνει και είμαστε στο Café Belga, με τα μεγάλα τζάμια του να μας δίνουν μία απέραντη θέα στο πάρκο και το δρόμο ακριβώς μπροστά. Κάποιος σκέφτεται δυνατά και λέει ότι κάποιος θα μπορούσε να περάσει με ένα αμάξι και ένα όπλο. Είμαστε δίπλα ακριβώς στα τζάμια. Μήπως να πάμε πιο μέσα;

Όχι δεν θα αλλάξουμε μαγαζί. Όχι δεν θα αφήσουμε το τραπέζι μας στον ήλιο. Όχι δεν θα πάμε στο βάθος του μαγαζιού. Αυτό θέλουν εκείνοι. Δεν το θέλω εγώ. Θέλω να πάω στο μαγαζί με τον πολύ κόσμο, θέλω το τραπέζι μου στον ήλιο, θέλω τη θέα μου από τα μεγάλα παράθυρα. Θέλω να ζω όπως ζούσα πριν τις 22 Μαρτίου.

Ξέρω ότι το σφίξιμο που νιώθω στο στομάχι κάθε φορά που περνάω από το Μάελμπεκ δεν θα φύγει εύκολα, ούτε γρήγορα. Ξέρω ότι χρειάζομαι χρόνο. Ξέρω ότι κάθε φορά που ακούω σειρήνα, θα ανοίγω το newsnow και θα διαβάζω γρήγορα τους τίτλους ειδήσεων στο topic Brussels Attacks. Ξέρω ότι κάθε φορά που περνάω από το Gare Centrale το μυαλό μου θα προσπαθεί να θυμηθεί τι έκανα εκείνα τα 3 λεπτά που εκείνη τη μέρα χρειάστηκα για να τρέξω από τον σταθμό στο σπίτι. Αλλά δεν θα μπορώ να τα θυμηθώ, γιατί έχω κενό μνήμης, ένα κενό που το μυαλό μου δημιούργησε για να με προστατέψει από τον πανικό, για να με βοηθήσει να μπλοκάρω όλες τις πληροφορίες που εκείνη τη στιγμή δεν χρειαζόμουν, εκτός από μία: τρέξε σπίτι τώρα.

Οι Βρυξέλλες δεν θα ναι ποτέ η ίδια πόλη μετά από εκείνη τη μέρα. Η καθημερινότητά μας θυμίζει ζωή σε εμπόλεμη ζώνη. Αλλά δεν μπορώ να κάνω κάτι γι’αυτό. Δεν είμαι από αυτούς που τα παρατάνε. Είμαι εδώ για κάποιο λόγο και θα μείνω εδώ και θα συνεχίσω τη ζωή μου. Δεν μπορώ να αγνοήσω τα μεγάλα στρατιωτικά τζιπ στο δρόμο. Δεν μπορώ να αγνοήσω τους στρατιώτες να περνάνε δίπλα μου έχοντας το δάχτυλο στη σκανδάλη. Αυτή είναι πια η καθημερινότητά, όχι μόνο η δική μου, αλλά μιας ολόκληρης πόλης, μιας ολόκληρης χώρας, μίας ολόκληρης ηπείρου. Τι πρέπει να κάνουμε; Να φύγουμε; Να γυρίσουμε πίσω στην φαινομενική ασφάλεια του χωριού μας στην εξοχή; Να αλλάξουμε τη ζωή μας επειδή κάποιος άλλος το αποφάσισε για μας; Όχι σε όλα. Αν κάποιος δίπλα μου αποφασίσει να ανατιναχθεί, μάλλον δεν θα καταλάβω τίποτα γιατί όλα θα έχουν γίνει τόσο γρήγορα. Απλά θα έχει γίνει και θα είμαι άτυχη. Όπου και να πάω, σε οποιοδήποτε μέρος της γης, ένα λάστιχο ενός φορτηγού δίπλα μου μπορεί να εκραγεί. Απλά θα έχει γίνει και θα είμαι άτυχη.

Τη μέρα όμως πριν από αυτό, θέλω να είμαι χαρούμενη. Θέλω να έχω περάσει μία μέρα με τους φίλους μου στο πάρκο. Θέλω να έχω πιεί κακοφτιαγμένο φρέντο στον ήλιο παίζοντας σκραμπλ στα ελληνικά. Θέλω να έχω φάει ένα φαγητό που μου αρέσει. Θέλω να έχω βγάλει μία φωτογραφία και να την έχω στείλει στις φίλες μου στην Ελλάδα. Θέλω να έχω φάει κάτι γλυκό, γιατί δεν μπορώ να ζήσω χωρίς ζάχαρη. Θέλω να έχω ακούσει ένα καινούριο τραγούδι και να προσπαθώ να το βρώ στο track id. Θέλω να μου έχει στείλει η μαμά μου φωτογραφία με το λουλούδι μου που άνθισε στο παράθυρό μου. Θέλω να έχω μιλήσει με τον παππού και τη γιαγιά μου και να μου έχουν πει «να τρως εκεί πέρα στα ξένα». Θέλω ο μπαμπάς μου να μου πεί ότι κούρεψε τον σκύλο μας. Θέλω να έχω γελάσει πολύ και δυνατά. Θέλω να έχω διαβάσει ένα βιβλίο που μου αρέσει. Θέλω να έχω ακούσει τριάντα φορές το νέο cd των last shadow puppets. Θέλω να έχω πιεί τσάι μέντα. Θέλω να έχω κοιμηθεί και να έχω ξυπνήσει με κάποιον που αγαπώ. Θέλω να ξέρω ότι νίκησα εγώ και όχι αυτοί.

Και αν έχει έρθει η ώρα να πεθάνω, προτιμώ αυτή η ώρα να με βρει να χορεύω πάνω στο τραπέζι του Café Belga με τους φίλους μου, με όλους αυτούς που ήταν μαζί μου και θα συνεχίσουν να είναι, παρά στο σπίτι μου μαραζώνοντας από την μοναξιά, την έλλειψη βιταμίνης D, την αδράνεια και τα γηρατειά. Θέλουν να φοβόμαστε, θέλουν να φοβάμαι, το κατάφεραν για λίγο, μέχρι που θυμήθηκα ότι ποτέ δεν έκανα αυτό που θέλουν οι άλλοι. Γι’αυτό προτιμώ να πεθάνω ζώντας, παρά να ζώ πεθαίνοντας.

Τα λέμε το Σάββατο στο Belga.

******************************************************************************************************************************

Share on FacebookTweet about this on TwitterShare on TumblrShare on RedditPin on PinterestShare on Google+

What do you think?

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *