Αρχή μιας ιστορίας υπέροχης

By haritini, January 12, 2016

Είναι κάποιες συναντήσεις ανθρώπων μαγικές. Φυσικές και αβίαστες σαν απαλό κύμα που αφρίζει στην ένωσή του με τα βότσαλα της ακροθαλασσιάς. Σαν να μην υπάρχει τίποτα άλλο πιο ειλικρινές και πιο σπουδαίο από τη στιγμή της συνάντησης αυτών των ανθρώπων. Τη στιγμή αυτή συντελείται ένα αδιόρατο μυστήριο. Γεννιέται χωρίς κανένα δισταγμό ένα ζεστό, χρωματιστό καταφύγιο. Μια μικρή σπηλιά, ανοιχτή στη θάλασσα και τον ουρανό και τον ήλιο, ανοιχτή στους αστερισμούς και τους ορυκτούς θησαυρούς, τόσο μικρή που χωράει μόνο δύο κι όμως τόσο μεγάλη που χωράει ένα καράβι λέξεις, σκέψεις, ονειροπολήσεις και νότες.

Μα ναι, αυτές οι τυχαίες συναντήσεις ανθρώπων… Είναι η απτή μαγεία στο κάθε μέρα. Είναι η λίγη ποίηση στο κάθε μέρα μας. Πάντα με συγκινεί αυτή η πρώτη, θαυμαστή και φευγαλέα στιγμή μιας τέτοιας τυχαίας συνάντησης ανθρώπων. Ποια στιγμή θα είναι αυτή, δε το γνωρίζω – ευτυχώς. Αν, ωστόσο, η συγκυρία με φέρει μπροστά της, θέλω να της χαρίσω ένα δάκρυ, μερικές σταγόνες φαιάς ουσίας και χώρο στην καρδιά και τη φαντασία μου, για να καθίσει άνετα και να ξεδιπλώσει τα πολύχρωμα χαρτιά της.

Μια μέρα σαν κι αυτή, μια μέρα με γλυκό χειμωνιάτικο ήλιο, μια μέρα σαν όλες τις άλλες ή ίσως μια μέρα διαφορετική τελικά από όλες τις άλλες. Μια κοπέλα φοράει το πράσινο παλτό της, βγαίνει να μαζέψει ήλιο, αφήνει τη χρυσόσκονή της να στροβιλιστεί αμέριμνη και κάθεται στο παγκάκι. Φαντάσου αυτό το κορίτσι να στέκεται εκεί, στο ξύλινο παγκάκι της, με το παλτό ανοιχτό και το βλέμμα ακούραστο. Και τώρα την ίδια στιγμή φαντάσου έναν νεαρό, με αδυναμία στα montgomery και με βιβλία που δεν αγαπά στην τσάντα του, να βγαίνει να μαζέψει ήλιο και να στέκεται εκεί, στο ξύλινο παγκάκι του.

Πιθανότατα η χρυσόσκονή της θα ρίξει μια γρήγορη ματιά στη δική του κι ύστερα θα συνεχίσει να στροβιλίζεται μόνη. Πιθανότατα εκείνος θα στραφεί για ένα λεπτό προς το μέρος της κι ύστερα θα καπνίσει ένα τσιγάρο και θα φύγει. Αν όμως αυτή είναι μία από εκείνες τις τυχαίες συναντήσεις ανθρώπων, εκείνες τις μαγικές, τότε κοίτα, να’ μαστε μπροστά στη θαυμάσια πρώτη στιγμή του μυστηρίου. Το παγκάκι ποτέ πια δε θα είναι δικό της ή δικό του. Θα είναι στο εξής δικό σκέτο, χωρίς προσωπική αντωνυμία. Θα είναι το μέρος όπου η σπηλιά αποκτά σάρκα και οστά κι όπου το καταφύγιο βρίσκει μια γωνιά να ακουμπήσει. Μα ναι, μπροστά σε μια τέτοια στιγμή – πες με ρομαντική, πες με οδηγό ροζ σύννεφου – αξίζει ένα δάκρυ.

Και μετά όλα είναι φυσικά, όλα ρέουν χωρίς προσπάθεια, χωρίς κούραση, χωρίς τείχη να υψώνονται αμυντικά. Το συμβόλαιο της ειλικρίνειας και της αλήθειας έχει ήδη δύο υπογραφές. Εκείνος βλέπει σε κείνη το υπαρκτό πρόσωπο που θα αντικαταστήσει τις ηρωίδες πριγκίπισσες στη φαντασία του. Εκείνη βλέπει σε κείνον τον κατά δέκα μήνες μεγαλύτερο διζυγωτικό δίδυμο αδερφό της. Δεν είναι ίδιοι, όχι, είναι τόσο διαφορετικοί, μα τόσο φτιαγμένοι από τα ίδια βασικά υλικά. Στην πρώτη τους μεγάλη αναμέτρηση, αυτή η μικρή ατρόμητη κατεβάζει το βλέμμα και παραδέχεται χωρίς δυνάμεις ότι φοβάται. Κι αυτός ο ψηλός θαρραλέος της υπόσχεται να της πάρει το φόβο μακριά.

– Αν σου έλεγα να με ακολουθήσεις, χωρίς να ξέρουμε τον προορισμό, αλλά σου έλεγα ότι θα μοιραστούμε ένα όμορφο και αληθινό ταξίδι, θα ερχόσουν μαζί μου;
– Θα ερχόμουν με όλη μου την καρδιά.

Μη πάει ο νους σου σε έρωτες και αγγελάκια φτερωτά και καρδούλες και πεταλούδες και σκηνές αχαλίνωτου ερωτισμού. Αυτό δεν είναι στρατευμένο φλερτ, δεν είναι έρωτας και κτητικότητα και τρικυμία στο στομάχι, δεν είναι μια ιστορία σαν ταινία. Αυτό είναι μονάχα μία τέτοια τυχαία συνάντηση ανθρώπων, εκείνου κι εκείνης, είναι απλά υπέροχο.

Αυτή η ερώτηση σηματοδοτεί το ξεκίνημα υπέροχων πραγμάτων. Μόνο που δεν έχει τεθεί ακόμη. Είναι υποθετική, είναι σχεδόν ερώτηση κι επομένως σχεδόν πρόταση. Φαντάσου τώρα. Μια βόλτα κάπου στην επαρχία, ενώ το κρύο παραλύει τα άκρα τους και χιονίζει με εκείνες τις τεράστιες, κατάλευκες νιφάδες. Μια καλή ή μια κακή θεατρική παράσταση και μετά ουίσκι και αρωματικό τσάι και εργένικα μαγειρεμένο φαγητό και κουβέντα μέχρι το ξημέρωμα στον αναπαυτικό της καναπέ. Ένας μεγάλος περίπατος και μια ακόμη μεγαλύτερη αγκαλιά κάτω από τον ουρανό διαμάντι. Σκασιαρχείο από τις αίθουσες των δικαστηρίων κι από τα μαθηματικά των βιβλίων μια μέρα που ο ήλιος είναι ερωτεύσιμα λαμπερός και που κανείς τους δε μπορεί να του αντισταθεί.

Φαντάσου καλοκαιράκι, εκείνη με γυαλιά ηλίου επιβιβάζεται στη θέση του οδηγού κι εκείνος δίπλα της διαλέγει μουσικές. Αυτό το παλιό, ανοιχτό, στρατιωτικό τζιπ ξεκινάει σχεδόν άδειο το ταξίδι του, έτοιμο να ανακαλύψει θάλασσες, δάση και χωριά, έτοιμο να γεμίσει αόρατους θησαυρούς. Ο χρόνος δεν υπάρχει, ο χάρτης δεν υπάρχει, τα όρια γκρεμίστηκαν, τα τείχη ανοίγουν διάπλατα. Υπάρχουν μόνο όσα πραγματικά είναι απαραίτητα. Εκείνος, εκείνη, ένα ανοιχτό τζιπ, ήλιος κι αυτή η ποίηση στο κάθε μέρα μας.

Φαντάσου. Είναι υπέροχο. Κι ας μη ξέρουμε τη συνέχεια. Τη στιγμή που εκείνη γυρνάει το κλειδί και κατεβάζει το χειρόφρενο, η σχεδόν ερώτηση γίνεται ερώτηση. Κι ακαριαία, πρόσκληση. Κι ακαριαία, πραγματικότητα. Με μία μόνο αλήθεια αυτή τη φορά. Την ακούς; Εκείνος την προφέρει. Εκείνη την επαναλαμβάνει. Ψιθύρισέ το κι εσύ μαζί της. Θα έρθεις μαζί μου, ακόμη κι αν δε ξέρεις πού, αν σου υποσχεθώ ότι η διαδρομή θα είναι υπέροχη;

** Για το Φίλιππο. Και τη σειρήνα πριγκίπισσά του. Αυτές οι γραμμές τους ανήκουν ίσως περισσότερο από ό,τι ανήκουν σε μένα. Σε ευχαριστώ, γιατί η λέξη υπέροχη δεν ήταν ποτέ ομορφότερη.

Share on FacebookTweet about this on TwitterShare on TumblrShare on RedditPin on PinterestShare on Google+

What do you think?

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *