Ανώνυμο

By Katerina, December 21, 2016

“Ανώνυμο” όχι γιατί δεν δίνω εγώ τίτλο, αλλά γιατί το τραγούδι ήταν και είναι 無題-Mudai, Ανώνυμο. Για άλλη μια φορά θα δανειστώ τα λόγια του Akita Hiromu, των Amazarashi, μεταφέροντας τα, πάλι τσαπατσούλικα, στα ελληνικά. Κλικ στο “φάντασμα”, ο Konstantinos.CraftingTheImage.

Στο ξύλινο διαμέρισμα του πρώτου ορόφου

εκείνος ζωγράφιζε, τόσο απορροφημένος, έναν πίνακα.

Τον ίδιο του τον εαυτό ήθελε να ζωγραφίσει,

τον εαυτό του που κυκλωνόταν από ολόκληρο τον κόσμο.

 

Από μικρός του άρεσε να ζωγραφίζει.

Κι ο λόγος; Ο θαυμασμός των άλλων στο πρόσωπο του.

Όμως, τώρα, δεν θα τον θαύμαζε κανείς άλλος,

παρά μόνο εκείνη, που ζούσε πια μαζί του.

 

Μα εκείνος ήταν ευτυχισμένος μ’ αυτό.

Κι αν και δεν βλεπόντουσαν κάθε μέρα,

εκείνη άφηνε γράμματα πίσω της καθώς έφευγε,

σε χαρτιά στολισμένα με άνθη κερασιάς.

 

Χωρίς να το καταλαβαίνουν, οι νύχτες φωτίζονταν.

Χωρίς να το καταλαβαίνουν, η μέρες σκοτείνιαζαν.

Χωρίς να το καταλαβαίνουν, οι χειμώνες τελείωναν.

Εκείνη ήταν η μέρα που πουλήθηκε ο πρώτος του πίνακας.

 

Τα πράγματα είχαν ήδη ξεκινήσει να αλλάζουν.

Μέχρι τον επόμενο μήνα είχαν πουληθεί όλα του τα έργα.

Μονάχα το σκηνικό άλλαζε. Ακατάπαυστα.

 

Ο κόσμος θαύμαζε, όλο και θαύμαζε τους πίνακες του

κι εκείνη, του έλεγε χαρούμενη,

«Είχα δίκιο να πιστεύω σε σένα».

 

Από κάποιους που αγόραζαν τα έργα του

καμιά φορά λάμβανε ευχαριστήριες επιστολές.

Δεν θυμόταν, όμωε, κανέναν να τον ευχαριστεί,

μα, περίεργα ποτέ δεν ένιωσε.

 

Μέσα σε αυτό το μικρό δωμάτιο όλο και αυξάνονταν οι θησαυροί

κι εκείνος πόσο χαρούμενος ήταν .

Μια τέτοια κατάσταση, για πάντα,

τι ωραίο που θα ήταν να συνεχιζόταν. Αυτό σκεφτόταν.

 

Άρχισε να του αρέσει όλο και περισσότερο να ζωγραφίζει.

Ήθελε να φτιάξουν τα χέρια του ακόμα ωραιότερες εικόνες.

Τον ίδιο του τον εαυτό ήθελε να ζωγραφίσει,

έναν εαυτό περισσότερο βαθύ, πιο αληθινό.

 

Κι έτσι ολοκλήρωσε το σπουδαιότερο έργο του.

Ακόμα κι εκείνη του χαμογέλασε πλατιά.

Το ‘ξερε πως όλοι, όλοι, θα απέστρεφαν το βλέμμα τους

από εκείνη την αποτύπωση του πιότερο ντροπιαστικού εαυτού τους.

 

Περιφρονητικά, τότε, όλοι του γύρισαν την πλάτη

και, σαν την παλίρροια, τραβηχτήκαν μακριά.

Μονάχα το σκηνικό θ’ άλλαζε, ακατάπαυστα.

 

Πόσο γελούσαν όλοι τους με την ανικανότητα του

και οι καυγάδες μεταξύ των δύο τους όλο αυξάνονταν,

μέχρι που δεν άργησε η στιγμή να χωρίσουν

Μάλλον, τελικά, ήταν λάθος που πίστευε.

 

Στο ξύλινο διαμέρισμα του πρώτου ορόφου

εκείνος συνεχίζει ακόμα να ζωγραφίζει.

Τον ίδιο του τον εαυτό μονάχα ήθελε να ζωγραφίσει,

αλλά, μάλλον, αυτός ήταν ο δικός μου κενός εαυτός.

 

Από μικρός αγαπούσα τη ζωγραφική.

Μα πια δεν μπορούσα να καταλάβω τον λόγο.

Δεν υπήρχαν πια άτομα να με θαυμάσουν.

Δεν υπήρχαν πια ονόματα να δώσω στα στοιβαγμένα έργα μου.

 

Αναλογιζόμουν πόσος καιρός να ‘χε περάσει από τότε.

Εκείνη την ημέρα, μετά από πολύ καιρό, πουλήθηκε ένας πίνακας μου.

Μονάχα το σκηνικό όλο άλλαζε, ακατάπαυστα.

 

Μια επιστολή έλαβα, από εκείνον τον τελευταίο αγοραστή,

σε στολισμένο με άνθη κερασιάς χαρτί που ‘χε μονάχα μια φράση,

«Είχα δίκιο να πιστεύω σε σένα»

Share on FacebookTweet about this on TwitterShare on TumblrShare on RedditPin on PinterestShare on Google+

What do you think?

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *